7.9.23

γνώρισμα τῆς λογικῆς συνείδησης εἶναι ἡ δυνατότητα μετανοίας.

ἄρνηση αὐτῆς τῆς δυνατότητας ἀφαιρεῖ τὴν λογικότητα ἀπὸ τὴν συνείδηση· τρέπει τὸν ἄνθρωπο σὲ θηρίο μὲ τεχνολογικὸ ἐξοπλισμό.

 

31.8.22

κι ὅταν ὁ νοῦς συναντιέται μὲ κείνη τὴν λεπτότατη δόνηση τῆς ὀμορφιᾶς, τὴν φευγαλέα φανέρωση τοῦ φωτὸς πρὶν αὐτὸ βυθιστῆ στὸ πανταμιεῦον χῶμα, τότε ἡ καρδιὰ θυμᾶται γιὰ λίγο τὴν ρίζα της, τὴν σιγὴ ποὺ μέλλει νὰ ἐπιστρέψη 

19.11.21

3/τ

στὸν γιγάντιο ἱππόδρομο οἱ βένετοι σφάζονται μὲ τοὺς ροδινούς, χωρὶς λογικὴ καὶ μέτρο κι αἴσθημα.

οἱ κερκίδες εἶναι ἄδειες· καθὼς οἱ ὀπαδοί τους πηδᾶν στὴν ἀρένα νὰ κοινωνήσουν τῆς ὀργῆς.

μόνον οἱ θέσεις τῶν ἀρχόντων καὶ τῶν αὐλικῶν εἶναι γεμάτες. μάτια ἀχόρταγα γιὰ θάνατο ἀπολαύουν τὴν ἀναίρεση τοῦ πλήθους.

τὸ αὐτοκρατορικὸ κάθισμα ἄδειο κι αὐτό. μόνο μιὰ βαρειὰ δυσωδία μαρτυρεῖ τὸν ἀπόντα κύριό του, ποὔχει κατέβει στὴν ἀρένα νὰ γευτῆ τὴν χαρὰ τοῦ θανάτου καὶ νὰ χορηγηθῆ τοῦ μακελειοῦ. ὁ τραγοβάμων Ἀπολλῶς. ὁ Μέγας Μάκελλος.

18.5.21

2/τ

νόες ξεραμένοι, σκουριασμένες μηχανές ὅπου γυροβολᾶνε σὲ στροβιλισμοὺς ἀλλοπρόσαλλους λόγια ξένα, ἄλογα, στεῖρα, ἄγονα, φαρμακωμένα, σκοτεινά, ποὺ μὲ τὸ σκοτάδι τους κάνουν ψέμα κάθε κύτταρο τῶν σπλάχνων καὶ τῶν κορμιῶν τῶν ξενιστῶν τους

αὐτό ΄ναι τὸ βασίλειο τοῦ τράγου ποὺ βιάζει χωρὶς νὰ γονιμοποιῆ

ἡ πορνεία τῆς θανατολαγνείας

μαινάδες ἀλληλοσπαρασσόμενες καὶ αὐτοσπαρασσόμενες
ντυμένες αἰγίδες καὶ λυκοδορές, τεχνολογίες


17.5.21

1/τ

ἀμολήθηκε ὁ τράγος τῆς Ἀρκαδίας,

αὐτὸς πού 'ταν μαντρωμένος βαθιὰ πολύ,

κι ἀρχίνησε νὰ κουτουλάη κοιλιὲς γεμάτες βδέλυγμα

καὶ καύκαλα πλήρη βλασφημίας,

σπέρνοντας τὴν ἀλλοφροσύνη

καὶ τὴν βακχεία τῆς αὐτοκαταστροφῆς.


ὅττω τις ἔραται

19.1.21

 

τὸ ψέμα ντύθηκε κάθε πιθανὴ στολὴ καὶ μάσκα ποὺ θὰ τὄκαμε οἰκεῖο·
ὑποδύθηκε κάθε πιθανὸ ρόλο ποὺ θὰ τὄκαμε ἀγαπητό·
ὑμνήθηκε, λιβανίστηκε, διαφημίστηκε, ἐπιβλήθηκε, ἀποθεώθηκε.
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ταϊστῆ.

σάρκες πολλές, πιστῶν του πολλῶν, εἶν' ἔτοιμες.
 
 

22.8.20

ἐγχειρίδιον πολέμου

ἀποκλειστικὸ νόημα τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ἐλευθερία.

ἡ ὁποία εἶναι [ἡ] φυσικὴ ἐπιθυμία τῆς λογικῆς συνείδησης.


ἡ στέρηση τῆς ἐλευθερίας στραγγαλίζει τὴν κοινωνία ἀλλὰ δὲν τὴν ἀκυρώνει. ἡ ἀντικατάσταση ὅμως τοῦ νοήματος τῆς ἐλευθερίας στὶς συνειδήσεις τῶν μελῶν της ἀπὸ κάποιο ἄλλο νόημα τὴν ἀκυρώνει στὴν ρίζα της, τελεσίδικα.

τὸ κράτος, ὁ κατεξοχὴν ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας, στὴν προσπάθειά του νὰ κυριαρχήση ἀπόλυτα πάνω της, ἐπιζητᾶ νὰ ἀντικαταστήση τὸ νόημα της μὲ ἄλλα, ποὺ θὰ δικαιώνουν τὴν παρασιτική του κυριαρχία πάνω της. αὐτὰ τὰ ψευδονοήματα ἔχουν πάντα τὸν μανδύα τοῦ "δημόσιου χαρακτήρα": ἀσφάλεια, δημόσιο συμφέρον, ἀνάπτυξη κ.τ.τ.

κριτήριο ὑπεροχῆς αὐτῶν ἀπέναντι στὴν ἐλευθερία εἶναι πάντα κάποια ἀφηρημένη ἐπιστημονικὴ ἀρχή⸺τὴν ὁποία γνωρίζουν καὶ διαφυλάττουν οἱ εἰδικοί, οἱ ἐπιστήμονες, τὸ ψευδο-ἱερατεῖο δηλαδὴ τῆς γνώσης, καὶ τὴν ὁποία ὁφείλουν νὰ προσκυνοῦν οἱ μάζες, καθὼς διδάχθηκαν στὰ σχολεῖα τοῦ κράτουςποὺ λειτουργεῖ μὲ βάση τοὺς αἰώνιους, ὑπερβατικοὺς νόμους της. 

εἶναι σημαντικό, λοιπόν, οἱ μάζες νὰ ἀποστερηθοῦν τῆς ὅποιας κριτικῆς/πνευματικῆς ἰκανότητας τὶς ἐπιτρέπη νὰ ἀναγνωρίζουν τὸ ψευδὲς αὐτῆς τῆς γνώσης καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἄσκηση τῆς λογικῆς ἐπιθυμίας τους. κι ἐπειδὴ εἶναι δύσκολο νὰ καταπνιγῆ ἡ λογικὴ ἐπιθυμία, ποὺ φανερώνεται σὲ κάθε νέο ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀπ'τὴν αὐγὴ τῆς ὕπαρξής του, ὅλος ὁ ἀγώνας τῶν ἀνδρεικέλων τῆς γνώσης ἐπικεντρώνεται σὲ δύο ριζικοὺς στόχους:

στὴν κυριαρχία πάνω στὴν γλώσσαμὲ σκοπὸ τὴν ἀλλοίωση κάθε λογικοῦ νοήματος ποὺ θὰ ἀμφισβητοῦσε τὴν ἐξουσία τῆς γνώσης

καὶ στὴν ἐξάπλωση τοῦ δογματικοῦ μύθου τῆς βιόσφαιρας σὰν μοναδικῆς πραγματικότητας καὶ μοναδικοῦ ἀντικειμένου τῆς γνώσηςμὲ σκοπὸ ἡ ἄλογη ἐπιθυμία τῆς ἐπιβιώσης νὰ καλύψη κάθε ἄλλη ἐπιθυμία.


20.10.19

אָדָם

1.
χῶμα εἶναι ἡ ἀντώνυμη λέξη γιὰ τὴν ἰδέα.
κατ' ἀκρίβεια,
ἡ ἰδέα εἶναι ἡ καίρια ἄρνηση τοῦ χώματος σὰν θεμέλιο τῆς ἐμπειρίας τῆς ὕπαρξης,
μιὰ ἑρμηνεία ποὺ [θέλει νὰ] αὐτονομεῖται γινόμενη ἡ ἴδια ἀντικείμενο τῆς διαδικασίας της-
μιὰ διαρκὴς ἀνταρσύα ἐνάντια στὶς αἰσθήσεις,
ποὺ παρενδύεται τὸ ὑπερβατικό.

2.
τὸ χῶμα εἶναι ἡ θεμελιώδης προϋπόθεση ποὺ ἐπιτρέπει στὸν λόγο νὰ δημιουργῆ μεταφορές,
νὰ γίνεται κοινός λόγος.

ἀντίθετα,
ἡ ἰδέα -ἡ ἀνταρσύα τοῦ νοῦ- ἀκυρώνει αὐτὴν τὴν δυνατότητα καὶ ἀποστερεῖ τὸν λόγο τῆς διαλεκτικῆς καὶ δημιουργικῆς του ποιότητας·
ἀποστερεῖ τὸν λόγο τῆς ἰδιότητάς του νὰ δίνη σχῆμα στὴν ἀγάπη καὶ νὰ τὴν ἱστορῆ.

11.7.19

ḥăgēl dəmā /3

τὸ γὰρ αὐτὸ ἐπιθυμεῖν ἐστίν τε καὶ λέγειν

6.7.19

ḥăgēl dəmā /2

τίποτε δὲν πεθαίνει
ἂν θαφτῆ στὸ σωστὸ χῶμα
μὲ σωστὸ τρόπο

16.5.19

ḥăgēl dəmā /1

ἡ ἐξουσία καὶ τὸ ὅπλο της
(ὅπως ὁ προφήτης τῆς Ἐλευσίνας μᾶς διηγεῖται)
κυριεύουν μόνο τὸν μεσάζοντα κι ὄχι τὸ φῶς ποὺ κομίζει·
τὸν σοφὸ κι ὄχι τὴν σοφία ποὺ ἀρθρώνεται στὸν νοῦ ποὺ πυρσεύεται ἀπ' αὐτήν·
τὸν μάρτυρα κι ὄχι τὴν ἀλήθεια ποὺ ὁμολογεῖ.
...
γι' αὐτὸ κι ὁ θόρυβος τῆς [ἐπερχόμενης] βίας δὲν μετρᾶ τὴν ἀλήθεια ποὺ αὐτὴ θέλει νὰ πολεμήση, ἀλλὰ τὸν φόβο τοῦ κράτους μπροστὰ στὸ φῶς ποὺ καίει τὸ ψεῦδος του εἰς τέλος.

θαρσεῖτε
 

31.12.18

ἀκρόλινος

κερδίζουμε χρόνο· σὲ διαρκὴ ἀναμονή
κάποιου περάματος ἢ μιᾶς σχάσης τῶν ὑδάτων
στὴν λασπωμένη ὄχθη ἑνὸς ποταμοῦ
ἀπροσμέτρητα πλατιοῦ κι ἄπατου
ποὺ ἡ ἐπέκεινά του ὄχθη μόνο σὰν σχόλιο μᾶς ἔγινε γνωστή
ἢ σὰν ἀμόνι τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῆς μέσα μας βίας.
ἡ λάσπη ποὺ πάνω της προσκαρτεροῦμε δὲν εἶναι οὔτε στέρεο ἔδαφος
νὰ τὴν πῆς ἄκρια τοῦ κόσμου
οὔτε ἀρκετὰ ρευστή
νὰ τὴν θεωρήσης τοῦ ποταμοῦ μοίρα.

...
(θόρυβος πολὺς ἔρχεται
ἀπ' τὴν μεριὰ τῶν ἀνθρώπων) 





28.12.17

nothing new in the year

The World is the realm of the lie
so it loves the money
so it hates and fears the beauty
and this animosity makes its heart beastly
and deadly
 

6.1.17

ἐδῶ

ἡ συνείδηση ἀναγνωρίζει ἑαυτὴν σὰν μοναξιά.



ὁ λόγος ὑπάρχει μόνο σὰν διάλογος· σὰν φῶς
—ἄλλοτε θερμὸ κι ἄλλοτε ψυχρό, ἀλλὰ πάντα ἀποκαλυπτικό·

ἄλλως, εἶναι μόνο ἠχώ, ποὺ ἡ ἐπιστροφή της τυρεύει τὸ σκοτάδι τῆς μοναξιᾶς τῆς συνείδησης.



ὁ ὑπερήφανος νος, μὲ ὑλικὸ τὸ πηγμένο σκοτάδι τῆς βουβῆς του φαντασίας, χτίζει ἕναν ἀνεστραμμένο πύργο, χωρὶς παραθύρια καὶ πόρτες, μὲ τοὺς τοίχους του γεμάτους σκοτεινοὺς καθρέφτες.
οἱ καθρέφτες αὐτοὶ εἶναι ἀντηχεῖα ποὺ κραυγάζουν τὸν τρόμο του γιὰ κάθετὶ ἔξω ἀπὸ τοὺς τοίχους τοῦ πύργου, καθὼς αὐτὸς βυθίζεται ἀπὸ ἄβυσσο σὲ ἄβυσσο.



ἀντίθετα· ὁ ταπεινὸς νος εἶναι ὅλος ἕνας παιδικὸς διάλογος μὲ κάθετί. ὅλος φῶς, μέσα κι ἔξω:
προσλαμβάνει φῶς καὶ ἀντανακλᾶ φῶς· φωτίζεται διαρκῶς καὶ φωτίζει ὅ,τι διαλέγεται μαζί του.



ἀνάμεσα στὰ δύο, ὅ,τι μένει, εἶναι κενὴ δόξα καὶ δειλία. ἀλλὰ καὶ δυνατότητα πολλή:
ἡ βαρκούλα τῆς ἐπιθυμίας ποὺ τραμπαλίζεται στὴν φουσκοθαλασσιὰ τῆς διάρκειας.


26.12.16

bialogy

τὰ πλατωνικὰ κεφαλόποδα εἶναι ζῶα ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὸν κόσμο ὅλον σὰν κέλυφός τους.
ἡ γλώσσα τους ἀποτελεῖται ἀπὸ 316 λέξεις· ὅλες συνώνυμα τῆς ἔννοιας κέλυφος (ἂν καὶ καθεαυτὴ ἡ λέξη κέλυφος ἀπουσιάζη ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό τους).
ὅ,τι βρίσκεται στὸ πεδίο ὁρατότητάς τους τὸ κατανοοῦν σὰν τροφή, τὴν ὁποία ἐπίσης ἀναγνωρίζουν σὰν κέλυφος.
ὄντας ἀπόλυτα (μονιστικά) ἐγωκεντρικά, ἀγνοοῦν τὴν αἴσθηση τοῦ χρόνου: βιώνουν ἕνα συνεχὲς τώρα, ἢ, σωστότερα, ἕνα συνεχὲς κέλυφος.
ὅ,τι ρηγματώνει αὐτὸ τὸ κέλυφος τος προκαλεῖ τρομῶδες παραλήρημα, ποὺ ἐκφράζεται ὅμως μὲ ἄναρθρες κινήσεις τῶν πλοκάμων τους, καθὼς δὲν διαθέτουν ἄλλες λέξεις ἀπὸ τὰ συνώνυμα τοῦ κελύφους. στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ὑστερίας τὸ π.κ. κατατρώει τοὺς πλοκάμους του. (παραμένει ἄγνωστο τί μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ρηγμάτωση τοῦ κελύφους, ἀφοῦ στὴν συνείδηση τοῦ π.κ. τὰ πάντα εἶναι κέλυφος.)
παρόλο τὸν μονιστικὸ χαρακτῆρα τῆς συνείδησης τους, τὰ π.κ. συγκροτοῦν ἀγέλες· ὅπου, ὅμως, τὰ μέλη τους δὲν ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, καθὼς καθένα τους βλέπει τὰ ὑπόλοιπα μέλη σὰν ψηφίδες τοῦ κελύφους-ἀγέλης (ἕνα κέλυφος μέσα στὸ κέλυφος; κάτι τέτοιο δὲν θὰ ἀναιροῦσε τὴν δέα τοῦ κελύφους καθεαυτήν;).
τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι τὸ π.κ. ἔχει να ἐξαιρετικὰ ἀνεπτυγμένο νευρικὸ σύστημα, ποὺ λειτουργεῖ σὰν συνεχς γεννήτρια ἐπιθυμιῶν, ποὺ δραστηριοποιεῖ τοὺς ἀεικίνητους πλοκάμους του.
ἡ ἔρευνα πάνω στ π.κ. ἀντιμετωπίζει πολλὲς δυσκολίες, τόσο λόγω τῆς ἀδυναμίας νὰ προσπελασθῆ ὁ κλειστὸς κόσμος του, ὄσο καὶ λόγω τῆς συνεχοῦς φθορᾶς τῶν ἐρευνητῶν, ποὺ ἐπιμένουν νὰ κατασπαράσουν ὁ ἕνας τοὺς πλοκάμους τοὺ ἄλλου.

31.8.16

ἡ πέτρα διδάσκει τὴν ὑπομονή
κι ἡ πάνω της σαύρα τὴν ἐνάργεια τῶν αἰσθήσεων.

ὁ ἥλιος δικάζει καὶ τὰ δύο·
ὁ ἄνεμος ἕνα σκηνικό ἀδιάφορο.

25.4.16

on Jn 1:4

ὑπάρχουν δύο σκοτάδια: αὐτὸ τοῦ δούλου κι αὐτὸ τοῦ ἀφέντη.
τὸ πρῶτο εἶναι τὸ νὰ σοῦ κλέβουν τὴν ζωὴ καὶ νὰ πορεύεσαι μὲ ὅποιο ὑποκατάστατο σοῦ πετᾶ ὁ ἀφέντης  σου.
τὸ ἄλλο εἶναι νὰ ζῆς σὰν παράσιτο, χωρὶς δική σου ζωή, μὲ τὶς κλεμμένες ζωὲς τῶν ἄλλων.
αὐτὰ τὰ δυὸ σκοτάδια εἶναι ἕνα: ἡ ἀπώλεια τῆς αὐθεντικῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀντικατάστασή της μὲ μιὰ μπουκιὰ σκουληκιασμένη
- παξιμάδι ἤ κρέας, ἀδιάφορο, σκουληκιασμένα καὶ τὰ δυό· δηλητήριο καὶ τὰ δυό.
ἄλλο σκοτάδι δὲν εἶναι.
κι αὐτὸ τὸ σκοτάδι τὸ γεννᾶ ἡ ἄρνηση τῆς αὐθεντικῆς ζωῆς· ἡ ἐπιθυμία τῆς κυριαρχίας· τὸ σπέρμα κάθε πολιτισμοῦ: ἡ κενὴ δόξα τῆς φαντασίας.

:::

there are two lots of darkness: this of the slave and this of the master.
the first one is to be stolen of your life and to last with whatever your master stuffs you.
the latter is to exist as a parasite, without life of your own, by dint of the stolen lives of the others.  
these two bleak states are the same: the loss of a genuine life and its replacement by a wormy morsel
- no matter if it is of rusk or of meat; they are both lousy; they are both venomous.
there is no other darkness.
and this darkness is brought forth by the denial of the genuine life; by  the desire of dominion; the seed of any civilization: the empty fancy of realization.

31.12.15

μνήμη/α

στὸ ΤΕΛΟΣ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ΕΠΙΘΥΜΙΑ·
τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἀτμίδα τοῦ ΛΟΓΟΥ·
μιὰ εἰκόνα τῆς ΜΟΡΦΗΣ ποὺ κοίταξε τὴν γυάλινη ἐπιφάνεια τοῦ ΧΡΟΝΟΥ.
τὸ ΤΕΛΟΣ εἶναι μιὰ γύμνωση ἀπὸ κάθε περιττὸ διάκοσμο,
κάθε νόημα-ψεῦδος.

:::

at the END what remains is the DESIRE;
the little child which was born from the vapor-speck of LOGOS;
an image of the FACE which glanced at the glass surface of TIME.
the END is a bareness from any empty garnish,
any value-sham.   

27.12.15

ὅ,τι πιὸ πολὺ μισεῖ καὶ φοβᾶται ἡ Αὐτοκρατορία εἶναι ἡ Ζωή·
γιατὶ τὸ κράτος της δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἰδέα τῆς ὑπερήφανης φαντασίας
στὸ κεφάλι τοῦ δουλοπρεποῦς πλήθους.
ὅμως τὸ Βασίλειο εἶναι ἕνα Παιδί ποὺ χαμογελᾶ στὸν Κόσμο.

:::

what the Empire hates and fears at the most, is Life;
because her power is nothing but a concept of the proud fantasy
in the skull of the servile crowd.
however the Kingdom is a Child which smiles to the World.

29.11.15

techno[a]logy

the limit man craves to [sur]pass is their end

:::

τὸ ὅριο ποὺ ὁ ἄνθρωπος γυρεύει νὰ [ξε]περάση εἶναι τὸ τέλος τους