1.5.13

ἄπειρον.2

μιὰ ἀκτὴ ὅσο φτάνει τὸ μάτι, γεμάτη ἀναρίθμητα βότσαλα ποικίλων σχημάτων καὶ μεγεθῶν. ὅλα ἔργο τῆς θάλασσας ποὺ ἀδιάκοπα τὰ κυματίζει.
ὅσα βρέχονται ἀπὸ αὐτὴν λαμπυρίζουν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. σπαρταροῦν χρώματα κι ὀμορφιὰ ἰδιαίτερη τὸ καθένα.
ὅσα μένουν στεγνά, μένουν σκοτεινὰ κι ἄσχημα στὴν μοιομορφία τους. ἀμέτοχα στὴν χαρὰ τοῦ ἡλιακοῦ φωτός, πυρακτωμένα ἀπὸ τὶς ἀκτίνες του.

:::

a sea-shore till the end of the eye, full of countless pebbles of various shapes and sizes. all are the work of the sea which endlessly waves them.
these that are being watered by her, shine the light of the sun. they glitter colors and unique beauty each one of them.
these that remain dry, remain dark and ugly in their deforming sameness. separated from the joy of the sun; burned by his glare.

27.4.13

ἄπειρον.1

τὸ ἔργο δείχνει τὸν ποιητή του· 
εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξας του,
πά' νὰ πῆ, τῆς φύσης του.
ὁ Λόγος ἔφτιασε ἕναν κόσμο λογικό.
ἡ λογικότητα τοῦ κόσμου φαίνεται στὸ ὅτι κανένα εἶδος μέσα σὲ αὐτὸν δὲν ἔχει ὅμοια μέλη. κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ δίδυμα ὑποκείμενα σὲ κάτι μεγάλο διαφέρουν: στὴν προσωπική τους ὕπαρξη.
γιατί ἡ διαφορετικότητα εἶναι λογική;
γιατὶ καλεῖ σὲ συνάντηση. ἀπαιτεῖ τὴν συνάντηση.
αὐτὸ ποὺ λέμε, χωρὶς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνουμε, ἀγάπη.
αὐτὸ ποὺ ὅλοι μας γνωρίζουμε σὰν ἀπορία τῆς ἐλευθερίας.
ὅποιος μάχεται τὴν διαφορετικότητα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δίνει ἕναν ἀγώνα ἀτελέσφορο καὶ μάταιο, μάχεται τὴν ἴδια του τὴν φυσικὴ δυνατότητα νὰ ὑπάρχη——διάλεξε μόνος του τὴν κόλαση: νὰ μισῆ τὸν ἑαυτὸ του χωρὶς ποτὲ νὰ μπορῆ νὰ τὸν ἀποτελειώση.
ἕνα κλαράκι θυμάρι εἶναι ἀπείρως σοφότερο ἀπὸ ἕνα τέτοιο κακομοιριασμένο πλάσμα.

:::

the work shows the creator;
it is the light of his glory,
that is, of his nature.
the Logos made a logical world. 
the logicality of the world is being shown in that there is not any genus in him with facsimile members. even the twin beings are different in something great: in their personal existence.
why is the difference logical?
because it calls to meeting. it calls for meeting.
what we call, even without awareness, love.
what we all experience as the bewilderedness of freedom.
whoever fights the difference, apart from taking on a futile challenge, is fighting his own natural chance to be——he has chosen the hell: to hate himself without ever be able to take him out.
a twig of thyme is much wiser than such a wretched creature.

1.4.13

περὶ ὀρέων.3 [on Rom.1:12]

τὸ φορτίο τῆς κοινῆς ἐλευθερίας εἶναι παρηγοριά.
κι ὅποιος παρηγορεῖ θὰ παρηγορηθῆ:
ὅ,τι σπαρθῆ στὴν ἀτιμία θὰ ἐγερθῆ στὴν δόξα.
——ὅταν τὰ μαῦρα νερὰ θἄχουν κατακλύσει τὸν κόσμο,
τὸ βουνὸ θὰ στέκη πάνωθέ τους
καὶ στὴν κορφή του ὅσοι σήκωσαν τὸ φορτίο του.

:::

the burden of the common freedom is comfort.
and whoever comforts will be comforted:
what will be sown in disgrace it will be raised in glory.
——when the dark waters will have deluged the world,
the mountain will stand over them
and at its summit all they who bore its burden.

29.3.13

τἀναντία φίλα

ἡ κρύα ἁρμύρα τὴν νύχτα:
τόσο δυσκολοϋπόφερτη στὸ κορμί
τόσο ἐραστὴ στὸ πνεῦμα.
ἡ βοὴ τῆς θάλασσας πίσω ἀπὸ τὸ πυκνὸ σκοτάδι:
τόσο βασανιστικὰ ψυχρὴ στὸ δέρμα
τόσο δεσμευτικὴ στὴν καρδιά.

ὅ,τι πιὸ μακρινὸ ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ταμιευτῶν
καὶ τῶν δουλοπαροίκων.
——ἀπονηχόμενος

:::

the chilly saltiness in the night:
so unbearable for the body
so lovely for the spirit.
the roar of the sea behind the thick darkness:
so harrowingly icy for the skin
so binding for the heart.

the most afar from the world of treasurers
and serfs.
——swimming away

28.2.13

ferry tail

ἡ βάρκα τοῦ ψυχοπομποῦ δὲν ἀφήνει ἀπόνερα

:::

Charon's boat does not have a wake

4.2.13

ὅσο εἶναι καιρός...

ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια ὑποστηρίζω ὅτι ἡ μόνη χωροταξικὴ παρέμβαση στὸν ἄθλιο ἀστικό μας χῶρο ποὺ θὰ εἶχε κάποιο νόημα εἶναι ἡ σὲ μεγάλη κλίμακα φύτευση δένδρων. παντοῦ. ὄχι γιατὶ θὰ μᾶς ἔλυνε κάποια καθημερινὰ προβλήματα, ἀλλὰ γιατὶ θὰ ἐπέτρεπε στὰ παιδιά μας νὰ ξαναχτίσουν τὸν κόσμο τους ἔχοντας στὶς καρδιές τους τὴν παρηγοριὰ τῆς ἐλπίδας τῆς ὀμορφιᾶς.
ἀντίστοιχα, τώρα, παρακαλῶ ὅσους μὲ ἀκοῦνε νὰ γράφουν ὅσο μπορον περισσότερο. νὰ γράφουν μὲ ὄμορφα ἑλληνικὰ (πά' νπῆ χωρὶς τὴν ἰδιοτέλεια τῆς "πειθοῦς" καὶ τὴν πονηρία τῆς "γνώσης") γιὰ ὄμορφα κι αὐθεντικὰ πράγματα. χωρὶς διεκδίκηση, χωρὶς θυμό, χωρὶς τὴν προσδοκία κάποιου κέρδους. ὄχι γιατὶ ατὸ θὰ ἀποτρέψη τν ἐπερχόμενη ὀργή, ἀλλὰ γιατὶ θὰ ἐπιτρέψη στὰ παιδιά μας νὰ διαβάζουν τὸν οὐρανό ταν θὰ στέκονται στ ἀποκαΐδια τοῦ λαμπροῦ μας τίποτα.       

31.1.13

περὶ ὀρέων.2 [on Mt.18:20]

οἱ πολλοί, πάλι, νομίζουν τὴν πίστη μιὰν ὑπόθεση ἰδιωτική. "εἶναι ζήτημα τῆς καρδιᾶς" λένε καὶ μ' αὐτὸ ἐννοοῦνε ἕναν κόσμο κλειστὸν κι αὐτάρκη στὴν φαντασία του.
ἂν ὅμως ἡ πίστη εἶναι τὸ ζύγισμα τῆς ἐλευθερίας, τότε δὲν μπορεῖ νἄναι ἰδιωτική. γιατὶ ἡ ἐλευθερία δὲν διαμεσολαβεῖται, ἄρα εἴτε ὑπάρχει σὰν μοιρασιὰ εἴτε δὲν ὑπάρχει κἂν.
ἰδιωτικὴ πίστη εἶναι συνώνυμη τοῦ τίποτα, εἶναι ἡ σκοτεινὴ μήτρα τοῦ Νόμου.

 
:::

 
the many, also, think faith a private issue. "it's a matter of heart" they say and they mean an enclosed and self-sufficient in its imagination realm. 
nevertheless, if faith is freedom's weighing, then it cannot be private. because freedom cannot be mediated; therefore, either it stands as a sharing or it is not standing at all.
the private faith is synonym of the nothing; it is the lightless womb of Law. 

15.1.13

περὶ ὀρέων.1 [on Mt.17:20]

οἱ πολλοὶ νομίζουν τὴν πίστη πράγμα εὔκολο κι εὐχάριστο, ἕνα ποτὸ ποὺ σοῦ στρογγυλεύει τὴν ζωὴ καὶ σβήνει τὸν κόπο της. ἡ ἀλήθεια εἶναι πολὺ διαφορετική.
πίστη εἶναι ἕνα βουνὸ θεόρατο πάνω στοὺς ὤμους, ἢ, σωστότερα, τὸ φορτίο ἑνὸς βουνοῦ ποὺ στέκεται πάνω στοὺς ὥμους καὶ θλίβει ἀφόρητα καρδιὰ καὶ σπλάγχνα. 
κι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἔχει ὄνομα, τὸ λὲνε ἐλευθερία.

:::

the many think faith an easy and pleasant thing, a drink that smooths life and erases her affliction. that is farther from the truth. 
faith is a great mountain on the shoulders; or, better, the burden of a mountain that stands on the shoulders and is pressing heart and guts. 
and this mountain has a name, it's called freedom.

29.8.12

τὸ ὅλον τοῦ τίποτα.3

§ ἡ σωτηριολογία τοῦ φασισμοῦ

ὁ φόβος δὲν προτείνει μιὰν ἐλπίδα, δὲν προσδοκεῖ κάποια λύση, γιατὶ ἁπλᾶ δὲν ἀπορεῖ. ὁ φόβος ἐπιθυμεῖ νὰ γεμίση κάθε γωνιὰ τοῦ ὑποκειμένου μὲ τὴν ἀ-νοησία του, μὲ τὴν πεισματώδη του ἄγνοια. ἡ Ἐδέμ του εἶναι ἡ Ἀβυσσος τῆς ἐπιθυμίας τῆς Ἀβύσσου. τὸ δοξολογικό του στάδιο εἶναι μιὰ μάζα ποὺ ἀρνεῖται τὴν ἐλπίδα, ποὺ μισεῖ ὅ,τι ἐλπίζει καὶ ἀγωνίζεται. εἶναι ὅλος αἰσθητική. μιὰ παγωμένη δομή. μιὰ ἀντι-ζωή. ὁ φόβος ξορκίζει ἑαυτὸν σπέρνοντας τὸν τρόμο, διευρύνοντας τὰ ὅρια τοῦ ἀποτρόπαιου, κυνηγώντας διαρκῶς τὴν ἠδονὴ τοῦ θανάτου.

:::

§ fascism's soteriology

fear does not name any hope, does not anticipate any release; merely because fear does not doubt. fear desires to fill every little corner of the self with its non-sense, its dure ignorance. fear's Eden is the Abyss of the desire for the Abyss. fear's doxological stage is a mass which denies hope, which hates everything that hopes and struggles. fear is all aesthetics; a frozen structure, an anti-life. fear exorcises itself by spreading the terror, by expanding the borders of the atrociousness, by pursueing ceaselessly death's pleasure.

11.8.12

τὸ ὅλον τοῦ τίποτα.2

§ ἡ γνωσιολογία τοῦ φασισμοῦ

ὁ φόβος εἶναι ἀναίσθητος στὴν κριτικὴ σκέψη, τρέφεται μόνο μὲ πληροφορίες, πληροφορίες ποὺ ἀποκλείουν κάθε ἄλλο νόημα πλὴν τοῦ δικοῦ τους μὴ-νοήματος. πληροφορίες ποὺ πληροφοροῦν μόνο τὴν βεβαιότητά τους, βεβαιότητα τοῦ φόβου, ἀναγκαιότητα τοῦ μίσους πρὸς κάθετι ἀμφισβητεῖ τὸν φόβο, κάθετι ποὺ χαλᾶ τὴν ἡδονὴ τοῦ νὰ ὑπάρχης ἐν φόβω. ἡ βεβαιότητα αὐτὴ εἶναι ἀποκλειστικὰ αἰσθητική. μιὰ αἰσθητικὴ ποὺ διεκδικεῖ ἀπόλυτη ἑρμηνεία στὸ καθόλου τῆς ὕπαρξης, ποὺ ἀρνεῖται κάθε νόημα ἔξω τοῦ φόβου.

ὁ φόβος μισεῖ πολύ. μισεῖ ὅ,τι καὶ ὅποιον δὲν φοβάται. μισεῖ τὸν διάλογο. ὁ φόβος ἀγνοεῖ τὴν τραγικότητα τῆς ὕπαρξης, τὴν ἐλευθερία. ὁ φόβος εἶναι μεγαλοπρεπής, ἑραλδικός, εἰδωλολάτρης. ἕνας Μολὼχ ποὺ μισεῖ τὴν νεότητα.

:::

§ fascism's gnoseology

fear is insensible to critical thought, feeds only on informations, informations that shut out any other meaning apart from their own non-meaning. informations that inform only of their own validity, fear's validity; the necessity of hate for anything that questions the fear, anything that spoils the pleasure of being-in-fear. this validity is solely aesthetical. an aesthetics which claims total interpretation for the totality of being; an aesthetics which denies any meaning outside the fear.

fear hates a lot. it hates anything does not fear. it hates dialogue. fear is unaware of being's tragicalness, of freedom. fear is gradiose, heraldic, idolatrous. a Moloch who hates the youth.

29.7.12

τὸ ὅλον τοῦ τίποτα.1

§ ἡ ἀνθρωπολογία τοῦ φασισμοῦ

ἡ χειραγώγηση τῶν μαζῶν βασίζεται στὴν χειραγώγηση τῶν ἰδιωτικῶν παθῶν, ἡ ὁποία συγκεφαλαιώνεται σὲ ἕνα ψυχικὸ κίνημα: τὸν φόβο.
ὁ φόβος καλλιεργεῖ τὴν πλαστὴ ἐλπίδα τῆς ἱστορίας: τῆς φανταστικῆς δυνατότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσης νὰ ἀπαντήση  στὸν θάνατο μέσα ἀπὸ τὸν πολιτισμό. ὁ πολιτισμὸς ὅμως δὲν εἶναι παρὰ ἡ τακτοποίηση τοῦ πλέγματος ἰδιωτικῶν-συλλογικῶν παθῶν σὲ νομικὸ καὶ αἰσθητικὸ σύστημα, ἰκανὸ νὰ ὑποκαθιστᾶ τὴν προσωπικὴ εὐθύνη-ἐλευθερία μὲ τὴν κανονικότητα τῆς ὁμαδικῆς παραίσθησης. 
ὁ φόβος δὲν εἶναι κυρίως ἔνα συναίσθημα ἀλλὰ μιὰ ἐπιθυμία: ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ ὑπάρχης χωρὶς τὸ βάρος τοῦ νοήματος. ὁ φόβος εἶναι πρῶτα καὶ κύρια φόβος τοῦ νοήματος. αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξο τοῦ πολιτισμοῦ: ὁ πολιτισμὸς ποὺ ἐμφανίζεται σὰν ὑπέρβαση τῆς φύσης, ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ φυσικὰ δεσμά, νὰ εἶναι στὴν οὐσία του μιὰ ἐπιστροφὴ στὴν ζωϊκότητα, στὴν ἀλογία τοῦ ζώου. ἑνὸς ζώου, ὅμως, ἀφύσικου. τὸ παράδειγμα τοῦ pacman: ἕνα φοβισμὲνο κυκλικὸ πλάσμα, ὅλο στόμα, ὅλο ἀκόρεστη πείνα καὶ ἀνειρήνευτη φυγή—τρέχει διαρκῶς νὰ ξεφύγη ἀπὸ τοὺς διῶκτες του, κατασπαράσσοντας διαρκῶς ὅτι εἶναι στὸ δρόμο του, μέσα σὲ ἕναν λαβύρινθο ἄτεγκτης τάξης. ἡ τάξη τοῦ ἀστικοῦ πολιτισμοῦ, ἡ δυστοπικὴ Ἐδὲμ τοῦ οὑμανισμοῦ.

:::

§ fascism's anthropology

the governance of the multitude is founded on the governance of private passions, which is summarized on one psyche movement: fear.
fear fosters the spurious hope on history: human nature's imaginary potentiality of dealing with the death through civilization. yet, civilization is nothing but an arrangement of this mess of private-collective passions into a legal and aesthetical system, capable to substitute personal responsibility-freedom with the regularity of the collective delusion.
fear is not mainly a feeling but a desire: the desire to exist without the burden of meaning. fear is first and foremost fear of meaning. this is civilization's paradox: civilization, which appears as the overstepping of nature, the emancipation from the shackles of nature, is in its essence a return to animality, to animal's alogy. yet, an annatural animal. the paradigm of pacman: a scared round thing, all mouth, all insatiable appetite and inconsonant flee —it is constantly running to escape from its persecutors, constantly devouring everything in its way, into a maze of stern order. the order of bourgeois civilization, the Eden of humanism.

19.6.12

17.6.2012

ὁ Ἄσωτος, ἀφοῦ ἔκανε νὰ ἐγκαταλείψη τὸ χοιροστάσιο, γύρισε πίσω στὰ ξυλοκέρατα.
οἱ γουρουνάδες ἐτοιμάζουν τὰ μαχαίρια.
(βλέπεις τὰ γουρούνια δὲν χορταίνουν πιὰ μὲ τὰ ξυλοκέρατα καὶ ὀρέγονται τὶς σάρκες του.)
οἱ ἐρμηνευτὲς τῆς ἱστορίας, ἰκανοποιημένοι ποὺ ἡ δική τους ἐκδοχὴ ὑπερίσχυσε τῆς προνοίας τοῦ Πατέρα, ἐτοιμάζουν νέα ποιήματα γιὰ τὴν ὄρεξη τῶν χοίρων.

ὁ Πατέρας πάντα περιμένει 

10.6.12

πολιτικὸ σχόλιο

ἡ λογικὴ στοὺς "διαφωτισμένους" καιρούς μας ἔχει σχεδὸν ταυτιστεῖ μὲ τὸν ὀρθολογισμό, τὴν μίζερη ἐκείνη ἐκδοχὴ τοῦ νοητικοῦ ἐργαλείου τῆς φαντασίας, ποὺ μετρᾶ τὰ πάντα μὲ στοιχειώδη ἀριθμητική, τὴν ἀριθμητικὴ τοῦ μπακάλη. ἔχει ἔτσι ξεχαστεῖ ὅτι λογικὴ εἶναι ἡ ἀποκοτιὰ τοῦ πνεύματος: ἡ προσπάθεια νὰ εἰκονισθῆ λεκτικὰ-ὁμιλητικὰ τὸ νόημα ποὺ τὰ πράγματα καὶ οἱ πραγματικές μας σχέσεις μαζί τους φέρνουν. τὰ λογικὰ σχήματα εἶναι οἱ δίνες τῶν νερῶν ποὺ ἀφήνει πίσω του τὸ καράβι τῆς συνείδησης στὸν σκοτεινό του δρόμο πρὸς τὴν ἐλευθερία. δίνες ὄμορφες, ἀστραποβολοῦσες, δροσερὲς, ἀλλὰ καὶ παροδικὲς, ἀλλοτριόμορφες, ῥέουσες. δὲν γίνεται παρὰ ὁ ἀγώνας νὰ εἰπωθῆ τὸ ἄπορον τῶν νοημάτων νὰ μᾶς χαρίζη εἰκόνες φευγαλέες καὶ ἀνεξίτηλες. φευγαλέες στὶς αἰσθήσεις κι ἀνεξίτηλες στὴν ψυχή. αὐτὸ δὲν εἶναι ἀποτυχία τοῦ ἐγχειρήματος τῆς λογικῆς, ἀντίθετα, εἶναι ὅ,τι διασφαλίζει τὴν ἐλευθερία (ἢ τουλάχιστον τὴν ὀρθὴ πορεία πρὸς αὐτήν), ὅ,τι ἀποτρέπει τὴν βία (πρὸς τὰ πράγματα καὶ τὴν σχέση μας μαζί τους). ἀντίθετα ὁ ὀρθολογισμός, αὐτὴ ἡ θρησκεία τῶν τοκογλύφων, ἔχει πάντα μία μορφή, ἕνα σχῆμα: τὴν βία τῆς ἐκμετάλευσης τῶν πραγμάτων καὶ τὴν συνακόλουθη ἀνελευθερία τῶν σχέσεων.
~
πολιτικὴ ἔκφραση τῆς λογικῆς εἶναι ὁ διάλογος, τὸ τραγικὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς. πολιτικὴ ἔκφραση τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἶναι ἡ βία τῆς ἀποτελεσματικότητας, τοῦ μετρήσιμου, τῆς γραφειοκρατίας τῶν λογιστῶν. σὲ αὐτὸν τὸν πολιτικό ἀγώνα δὲν διακυβεύονται κυβερνήσεις κι ἐξουσίες, διακυβεύονται καρδιές.

17.1.12

προσφυγιὰ δὲν εἶναι μόνο νὰ σὲ διώχνουν ἀπὸ τὰ χώματά σου.
προσφυγιὰ εἶναι κι ὅταν τὰ χώματά σου δὲν σὲ σηκώνουν πιά.
ὅταν τὰ χώματα γίνονται ἁλάτι.
καὶ πῶς νὰ σταθῆς πάνω στὸ ἁλάτι;
πῶς νὰ καρπίσης;
προσφυγιὰ εἶναι νὰ μὴν καρπίζης.

11.11.11

Be-liar.2


Death wants only one thing: dominion, total dominion.
Death exists only as dominion, and dominion can be only as an all-pervasive, all-mighty lie.
but lie is what is not; hence lie is all-weak, what is all-futile.
so, they who seek power and dominion are the totally weak who want to control in order to be; but they cannot truely be since their being is all-lie, and as such they are dead, and their work is death.

:::

ὁ Θάνατος ἐπιζητᾶ μόνο ἕνα: κυριαρχία ἀπόλυτη.
ὁ Θάνατος ὑπάρχει μόνο σὰν κυριαρχία κι αὐτὴ μπορεῖ νὰ συμβαίνη μόνο σὰν ἕνα ψεῦδος ποὺ διαπερνᾶ τὰ πάντα καὶ ἰσχύει πάντων.
ὅμως τὸ ψεῦδος εἶναι ὅ,τι δὲν εἶναι· καὶ ἔτσι τὸ ψεῦδος εἶναι ὅ,τι κατὰ πάντα ἀνίσχυρο, ὅ,τι κατὰ πάντα μάταιο.
συνακόλουθα, ὅσοι ἐπιζητοῦν ἐξουσία καὶ κυριαρχία εἶναι οἱ καθολικὰ ἀνίσχυροι ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ἐλέγξουν ὥστε νὰ ὑπάρξουν· ὅμως δὲν μποροῦν ἀληθινὰ νὰ εἶναι καθὼς ἡ φύση τους εἶναι ὅλη ψεῦδος, καὶ σὰν τέτοιοι εἶναι νεκροί, καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι θάνατος.

5.11.11

Be-liar


στὴν καρδιὰ τοῦ κυβερνᾶν βρίσκεται τὸ ψεῦδος·
ὄχι ἁπλᾶ σὰν κυβερνητικὴ πρακτικὴ ἢ συμπεριφορὰ ἀλλὰ σὰν οὐσία, σὰν ὑπαρξιακὴ προϋπόθεση τῆς ἐξουσίας πάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ πράγματα. ἡ κυβερνησία θεμελιώνεται στὸ οὐσιαστικὸ ψεῦδος ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ φύση ἔχουν ἀνάγκη διακυβέρνησης, ἄλλως εἶναι χαμένοι. ὅλη της ἡ ἐνέργεια καταναλώνεται στὸ νὰ βεβαιώνει συνεχῶς αὐτὸ τὸ δόγμα καὶ νὰ διασφαλίζει τὴν ἐξάπλωση καὶ τὴν ἐπιβίωσή του στὶς συνειδήσεις τῶν ὑπηκόων της. γιατὶ τὸ ψεῦδος, ἂν καὶ κενὸ τὸ ἴδιο, ἀποχτᾶ βάρος μὲ τὴν λαφυραγώγηση τοῦ βάρους τῶν συνειδήσεων ὅπου αὐτὸ ἔχει ἐγκατασταθεῖ.
  εἰδικὰ στὶς μέρες μας, ποὺ ὁ ἐξουσιαστικὸς πολιτισμὸς ἔχει ξεπέσει σὲ ἁπλὸ ἀπείκασμα τῆς μονεταριστικῆς ἀγορᾶς, αὐτὸ τὸ ψεῦδος ἔχει βαθύνει ἀπροσμέτρητα καθὼς στὴν καρδιά του δρᾶ τὸ μέγα ψεῦδος: τὸ νόμισμα –τὸ μή ὂν ποὺ ἀξιώνει νὰ ἀνταλλάξη ὅλα τὰ ὀνόματα (τῶν ὄντων) μὲ τὴν (αὐθαίρετη) τιμή τους.

:::

at the heart of governing stands the lie;
not simply as a governing practice or behavior but rather as the essence, the substantial [pre]condition for the authority over man and things. governing is founded over the original fable that man and nature need being ruled; otherwise they will be lost. governance’s whole activity is spent to confirm continually this dogma and to secure the expansion and continuation of it in the consciousnesses of her subjects. since the lie, though empty itself, acquires weight by plundering the weight of the consciousnesses where it has been sat upon.
  particularly nowadays, when the authoritative civilization has ended up into a plane effigy of the monetary market, this lie has deepened fathomlessly since in its core it is acting the great lie: money –the non-being which demands to exchange all the names (of beings) with their (arbitrary) value.

25.5.11

ƑƑƑ.4

τεχνολόγοι
ταριχευτές
φυλακώνουν τὸ μέσα τους ζωντανό
τὸ κατατέμνουν
τὸ ξαναρράβουν σέ χίμαιρα
τὸ ἐκτρέφουν μ' ἁλάτι καὶ ξύδι
τὸ ντύνουν μὲ πετσὶ κοκαλωμένο
τ' ὀνομάζουν Ἀθανασία ἢ Γνώση ἢ Ἀέναο Τέλος
τὸ ὑψώνουν εἴδωλο ἄφωνο στὸ σκοτεινό του βάθρο
τὸ ὑμνοῦν μὲ ὀνόματα βλασφημίας

ἀποχωροῦν στὸ οὐρλιαχτό

:::

technologists
taxidermists
imprison their inner living thing
they cut it up
they sew it again into a chimaera
they breed it with salt and vinegar
they dress it with ossified skin
they name it Immortality or Knowledge or Endless End
they raise it as dumb idol on its murky pedestal
they praise it with blasphemous names

they are leaving for the howl

19.5.11

ƑƑƑ.3

τὰ φιλιά τους εἶναι κατασπαραγμός
τὸ χάδι τους μαχαίρωμα
ζοῦνε τὴν ἔκσταση τῆς ἀποσάρθρωσης
μασκαρεμένα βατράχια σὲ σάπιο ἕλος
χορεύουνε τὴν βακχεία τῆς ὑπερηφάνειας
λατρεύοντας τὸν Μέγα Βάτραχο τῆς ἀκαθαρσίας
τὸν μεγάλο ὑπερήφανο
μ' ἕναν ἀπόλυτο πόθο: νὰ σβήσουν τελικὰ τὰ πρόσωπά τους

:::

their kisses are laceration
their caress is stabbing
they are living into the ecstasy of decay
masqueraded frogs in a rotten mire
they are dancing the bacchanalia of pride
worshiping the Great Toad of filth
the great proud
with an absolute desire: to die out finally their faces

14.5.11

ƑƑƑ.2

it will give food
but it will be foul
full of filth
there is no life in it
there is no freedom after it
only darkness
upon the eyes whose will taste it
only darkness
and swollen tongues
unable to cry out

:::

θὰ δώση τροφή
μὰ θἄναι χαλασμένη
γεμάτη ἀκαθαρσία
δὲν ὑπάρχει ζωὴ σ' αὐτήν
δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία μετὰ ἀπὸ αὐτήν
μόνο σκότος
στὰ μάτια ὅσων τὴν γευτοῦν
μόνο σκότος
καὶ πρησμένες γλῶσσες
ἀνίκανες νὰ φωνάξουν

2.5.11

ƑƑƑ

they are seeking for [total] freedom by looking [in]to the future (which does not exist) with the chimera of capturing the being in it. so, the presence remains endlessly unfulfilled, since its fulfillment is lurking in the [coming] end of the future. an end which is forever present in/through the anxiety of being: the agony of freedom as accomplishment [of its image]. therefore, the future they are looking for is not only non-existed; it is, after all, really denied —it is a phantom: the death as endlessly present/frozen.

:::

ἀποζητοῦν τὴν [ἀπόλυτη] ἐλευθερία μὲ τὸ νὰ διώκουν στὸ μέλλον (ποὺ δὲν ὑπάρχει) τὴν χίμαιρα τῆς κυριαρχίας στὴν ὕπαρξη-ζωὴ μέσα του. ἔτσι, τὸ παρὸν παραμένει ἀτέρμονα ἀσυντέλεστο, καθὼς τὸ πλήρωμά του καραδοκεῖ στὸ [ἐρχόμενο] τέλος τοῦ μέλλοντος. ἕνα τέλος ποὺ διαρκῶς εἶναι παρὸν στὴν ἀγχόνη τῆς ὕπαρξης: ἡ ἀγωνία τῆς ἐλευθερίας σὰν πλήρωμα [τῆς εἰκόνας της]. ἔτσι, τὸ μέλλον ποὺ ἀποζητοῦν δὲν εἶναι μόνον ἀνύπαρχτο, εἶναι τελεσίδικα ἀρνημένο —ἕνα φάντασμα: ὁ θάνατος σὰν ἀτελείωτα παρών/παγωμένος.

29.4.11

Babel's bankruptcy

οι ιδιωτικές γλώσσες των σκλάβων της βασιλείας στόμωσαν μέσα στον κουρνιαχτό της αγοράς τους.
η λάσπη που έχτιζε τον πύργο—το νόμισμα του άρχοντα των λογισμών τους—κούφωσε κάτω από τον ήλιο.
ο πύργος έγινε η χτισμένη άβυσσος, ο λαβύρινθος που έκρυψε από τα μάτια των χτιστάδων τον ουρανό που κάποτε αψήφισαν.
ένας σεισμός θα ολοκληρώση το τέλος του ψέματος, το ξεφύσημα της γης που της πλακώνει το στήθος το βάρος της ακαθαρσίας του.
γένοιτο, γένοιτο.

:::

the individual tongues of kingdom's slaves have been hushed in the humming dust of their market.
the mud which was building the tower—the currency of their thoughts' master—hollowed out under the sun.
the tower became the built abyss; the maze which veiled from builders' eyes the sky once they challenged it.
an earthquake will complete the end of this guile; a snort of earth, whose chest is buried by the burden of this filth.
amen,amen.

1.3.11

αν/.5 [on Rom.7:5]

ο ουροβόρος όφις
οι ιδιωτικές επιθυμίες συγκροτούνται σε συλλογικό φαντασιακό. αυτό υποστασιάζεται σε Νόμο. ο Νόμος είναι η μηχανή που χαλκεύει τις συνειδήσεις, τις μήτρες των ιδιωτικών επιθυμιών.

:::

the tail-eating serpent
private desires are constituted into collective imaginary. this is hypostasized as Law. the Law is the machine which fabricates consciousnesses, the matrices of private desires.

28.2.11

αν/.4

η βία της ομάδας είναι ο κυρίαρχος παράγοντας ενότητας, η συνεκτική της δύναμη, η βεβαίωση της ετερότητάς της. εσωτερικά όμως αυτή η βία καθίσταται στο χρόνο διαλυτική για την ομάδα. και για να διατηρήση η ομάδα-κοινότητα την εσωτερική της τάξη η βία πρέπει να μετασχηματισθή. αυτή η μεταμόρφωση της προς τα μέσα βίας είναι ο Νόμος. στον αυτονομημένο όμως άνθρωπο αυτός ο ιδιωτικός νόμος, η εσωτερική βία της ετερότητας, βιώνεται σαν βαριά συνείδηση, σαν άπατη άβυσσος. την άβυσσο αυτή την υποστασιάζει στις σχέσεις του με τα άλλα αυτονομημένα υποκείμενα.

ϭ
“λόγον γὰρ συντελῶν καὶ συντέμνων ποίησει κύριος ἐπὶ τῆς γῆς.” [Ησ.10:23]
αυτή η γη, αυτό το ζωντανό χώμα, είναι η ανθρώπινη καρδιά. αλλά στην περίπτωση του αυτονομημένου υποκειμένου, αυτό το χώμα μένει ατέρμονα ασυντέλεστο —χώμα νεκρό, αδρανές, στέρφο:
η μελαγχολία της ύπαρξης.

:::

the violence of a group is the prevailing factor for its unity, its binding force, the affirmation of its alterity. yet, internally, this violence in the course of time becomes destructive for the group. and, in order to retain her internal order, the group-community has to amend the violence. this alteration of the internal violence is the Law. however, for the autonomised man, this private law, the internal violence of alterity, is being experienced as a heavy consciousness, as a bottomless abyss. this abyss is being hypostasized in the relations with the other autonomised subjects.

ϭ
“for the Lord will carry out his sentence upon the earth fully and without delay.” [Is.10:23]
this earth, this breathing soil, is man's heart. nevertheless, for the case of the autonomised subject, this soil remains endlessly unfulfilled —dead soil, inert, barren:
the melancholy of being.

8.2.11

αν/.3.1 : The Spiritual Animal Kingdom [on Lk.8:26-33]

στην άκρη της αβύσσου είδα να στέκονται τρεις μορφές˙ ένα γυμνό άνδρα, μια σκιά και ένα γουρούνι. μία-μία μου συστήθηκαν:
— “Είμαι ο Γερασηνός. έπαψα να είμαι άνθρωπος όταν η Λεγεών έγινε συνείδηση μου. όταν έγινα ένα κτήνος που κατανάλωνε τις επιθυμίες που αυτή μου υποδείκνυε˙ που ζούσε μέσα στα λύματα αυτής της κατανάλωσης.”
— “Είμαι η Λεγεών. οι άνθρωποι με λένε Νόμο. δεν έχω πρόσωπο. ζω μέσα τους, τρέφομαι με τη ζωή τους. είμαι το παράσιτο της καρδιάς τους. ορίζω το καλό και το κακό. είμαι το θέλημα τους.”
— “Είμαι το γουρούνι. το παλάτι της Λεγεώνας. η μαγεία της κρίσης της με έριξε στη θάλασσα της φλυαρίας των κενών συμβόλων, άφωνο, όλο θέλημα, όλο άδειο, ατελείωτα νεκρό.”

:::

I saw three figures standing at the brink of the abyss; a naked man, a shadow and a pig. one by one they introduced themselves:
— “I am Gerasene. I ceased to be a man when Legion became my consciousness. when I turn into a beast which consumed the desires she nominated to me; which was living in the excrement of that consummation.”
— “I am Legion. people call me Law. I do not have a face. I'm living in them; I'm feeding on their lives. I am their hearts' parasite. I assign the good and the evil. I am their will.”
— “I am the pig. the palace of Legion. the magic of her judgment threw me into the sea of the prattle of empty signs, mute, all will, all empty, endlessly dead.”

3.1.11

αν/.3

ο Νόμος, ο Νόμος, ο Νόμος.
ο Νόμος είμαι Εγώ.
Εγώ ανέβηκα στο ράφι του πολυκαταστήματος τον Οκτώβρη, πουλήθηκα στις γιορτές, μπήκα στις εκπτώσεις το Γενάρη, αποσύρθηκα και ανακυκλώθηκα την Άνοιξη.
οι επιθυμίες μου διαφημίστηκαν σε όλες τις οθόνες.
οι επιθυμίες μου είναι πάντα φρέσκιες, πάντα νωπές.
οι επιθυμίες μου είμαι Εγώ, ο Νόμος.
ο Νόμος είμαι άδειος —χωρώ τα πάντα, αδειάζω τα πάντα.

:::

the Law, the Law, the Law.
the Law is Me.
I was put on the shelf in October; I was sold during the feast; I was withdrawn and recycled in Springtime.
my desires were advertised in every screen.
my desires are always fresh and crisp.
my desires is Me, the Law.
the Law am empty –I contain everything; I discharge anything.

25.12.10

sarξ

η σάρκωση του Λόγου κάνει την σάρκα απελεύθερη της βίας της ζωής
~ η εξουσία πια δεν έχει τόπο, παρά μόνο αρνούμενη το Λόγο [:η άβυσσος η άπατη]



the incarnation of Logos makes flesh redeemed from the violence of life
~ power does not claim place any more; but only by denying Logos [:the fathomless abyss]

2.12.10

is.tan.bul

πέρ' απ' τους ξεθωριασμένους τοίχους, τι μένει ίδιο; το αίμα ξεπλύθηκε απ' τα λιθόστρωτα σοκάκια. ο ανήσυχος όχλος έσβησε όπως ο τρόμος των ανήλικων ερωμένων του γερο-Ανδρόνικου. η αποφορά από τις ξεσκισμένες σάρκες ξεπλύθηκε απ' την βίαιη αρμύρα του Μαρμαρά. τι μένει ίδιο;
μόνο οι γλάροι
—οι ίδιοι πάντα κουρνιάζουν στον ψηλό τρούλο όταν ο καιρός κατεβαίνει σκληρός από τη Μαύρη Θάλασσα.

:::

apart from the worn out walls, what remains the same? the blood has been washed out from the cobbled alleys. the restive crowd went out like the fright of the minor mistresses of the old Andronicus. the fierce brine of Marmara washed out the stench from the mangled flesh. what remains the same?
only the sea-gulls
—always the same perching on the high dome, whenever the weather comes down harsh from the Black Sea.

22.11.10

αν/.2 (~historicism.4)

ο,τι ο Νόμος προσπαθή είναι να ιδρύση κοινές έννοιες
με μέσον του το λόγο του οποίου η αδυναμία να σαρκώση νοήματα είναι ουσιαστικό του ιδίωμα
έτσι ο Νόμος αποκαλύπτεται σαν διαστροφή της λογικότητας
όπου λογικότητα η ανοιχτότητα της κοινωνίας των προσώπων
έτσι η τάξη που φέρει ο Νόμος ιδρύει την αταξία των σχέσεων

:::

what Law aspires is to constitute universals
by means of language whose inability to embody concepts is its trait
so Law is being reveled as wryness of logos
whereas logos is the openness of personal relations
so the order Law bears founds the disorder of relations

19.11.10

αν/

ο Μωϋσής νομοθετεί —με βία υπερφυσική— η πηγή όμως του Νόμου, η νομιμοποίησή του, δεν βρίσκεται στην αυθαίρετη κρίση-θέλημά του. προηγήθηκαν σαράντα χρόνια νηστείας, αποχής από την εξουσία της Αιγύπτου, το θρόνο της γνώσης, το βασίλειο της αυθαίρετης ερμηνείας των πραγμάτων. η ρίζα του Νόμου ήταν μια αποκάλυψη: η αποκάλυψη της ακατάλυτης ύπαρξης-ζωής. (και όχι η παράδοση των εντολών.)
αυτό ήταν το πρώτο στάδιο —ο Νόμος σαν μοναδικό νόημα ζωής, πέρα από κάθε τάξη διάρκειας.
στο δεύτερο στάδιο, η ίδια η πηγή του Νόμου αναστρέφει τη βία εις Εαυτόν. εδώ το τέλος του Νόμου: η εντολή της αγάπης χωρίς όρια —ο Σταυρός.

:::

Moses legislates –with a supernatural violence— still the source of Law, its justification, it's not found at his arbitrary judgment-will. forty years of fasting receded; abstinence from the power of Egypt, the throne of knowledge, the kingdom of absolute evaluation of things. the root of Law was a revelation: the revelation of the imperishable being-life. (and not the delivery of commandments.)
this was the first stage –Law as the only substance of life, beyond any order of duration.
at the second stage, the source of Law itself turns the violence back to Himself. here the end of Law: the commandment of love without limits –the Cross.