we sat under the olive-trees to have a rest and i heard the tree to say to me:
— the soil is what has past; my blossom is the fleeting now; the sky is the ineffable tomorrow and i am the history of a stony world.
— and i? i asked. what am i?
— you are a speaking beetle which will melt its wooden wings in the rising sun.


ecology, 3

the Nature said: ‘what has bloomed has got the knowledge of death’
the Spirit replied: ‘what has died shall be bloomed’

η Φύση είπε: ‘ό,τι άνθισε γνώρισε τον θάνατο’
το Πνεύμα απάντησε: ‘ό,τι πέθανε μέλλει ν’ ανθίση’


εν αρχηι ην το ονομα. το ονομα δε εγεννησεν το ρημα, το ρημα δε εγεννησεν την μετοχην, η μετοχη δε εγεννησεν τον ερωταν και την βίαν, ο ερωτας δε και η βία εγεννησαν την ιστοριαν και το τελος αυτης. γενοιτο, γενοιτο.

in the beginning was the name. and the name begat the verb; and the verb begat the participle; and the participle begat the love and the violence; and the love and the violence begat the history and its end. let it come, let it become.


a Hegelian comment on ultimate death

θύματα του μύθου τους. ενός μύθου χτισμένου από αλλότρια βλέμματα, για αλλότριες επιθυμίες σε ξένες καρδιές.
κρύβονται από τα βλέμματα και λένε: η συνείδηση μου είναι ελεύθερη από την πραγματικότητα, απροκαθόριστη, αυτογνωσιακή—το ηθικό υποκείμενο μπορεί πια να πετά αγκαλιά με την Lucie στον διαμαντένιο ουρανό του τίποτα, εικονίζοντας τον εαυτό του αέναα.
μια συνείδηση που πλανά εαυτήν και όσους την συναντούν—η ουσία του Άδη.

victims of their own myth. a myth built up by others’ gazes, for alien desires of strangers’ hearts.
they hide themselves from the gazes and say: my consciousness is free from reality, unconditioned, self-knowing—the moral subject can now fly with Lucie in the diamond sky of nothingness, representing itself endlessly.
a consciousness which deceives itself and anybody met it—the essence of Hades.


timeless being

το πλησίασμα της καταιγίδας—τι μυστική στιγμή!
όταν η νωχέλεια της αιθρίας συλλαμβάνει τον εαυτό της κυκλωμένο από ένα αλλόκοτα διαφανές σκοτάδι που φέρνει ένας αθόρυβος, ζωηρός άνεμος—σαν παρουσία αόρατου τιμωρού—ενώ κάπου μακριά απροσδιόριστοι ήχοι λένε κάτι που δεν μπορούμε να αντέξουμε.
κανείς ποτέ δεν είναι σε θέση να πη πότε έγινε το πέρασμα από το πριν στο τώρα. και πόσο αυτό το τώρα είναι η εισαγωγή του βίαιου μετά, ή κάτι άλλο, τρίτο—το μυστικό διάμεσο, το ανείπωτο, το χνάρι του αιώνιου.

as tempest comes near—what a mystical time!
when calm’s indolence caught herself surrounded by an eerie transparent darkness brought by voiceless vivid wind—when somewhere far shapeless sounds say something unbearable.
nobody is able to say when does the passing from then to now happen. and how is that now an introduction to violent after; or something other—a mystical in-between, nameless, the trace of eternal.


religious zombies

η σεξουαλικότητα των ευνούχων: να χώνουν στις καρδιές των άλλων έναν λόγο που δεν λέει τίποτα άλλο από την κρυμμένη επιθυμία να εξουσιάσουν τις ζωές τους—να υπάρχουν μέσα από άλλα ευνουχισμένα εγώ: συν-ύπαρξη χωρίς συ-ζυγία.

eunuchs’ sexuality: to invade into others’ hearts through a word which says nothing but the hidden desire to control their lives—to be via another castrated self: co-existence without con-jugation.


ecology, 2

the two cosmological extremes:
(a) a worldly world (closed or open, doesn’t matter)—the realm of a complex of abstract laws; and
(b) a ‘sacred’ world, a ‘panpsychic’ one—the realm of a complex of abstract powers.
both debase both the world and man’s consciousness to a dire circle of impersonal (and impersonalizing) necessity. world and consciousness in an endless vicious circle of mutually failed roles: those of lord and bondsman—infinitely unfulfilled desire.

the way-out:
the world as Spirit’s image—holy in its fundamental intention, in its per-form-ance; but changeable and contingent in its nature. an image of Word’s image.