στὸ παρελθόν, πρῶτα κουρελιαζόταν τὸ ἔνδυμα (=πολιτισμός/Νόμος), ὕστερα πληγιαζόταν τὸ δέρμα, μὰ τὸ κορμὶ διατηροῦσε ἀρκετὴ ἀκεραιότητα νὰ ὑφάνη καινούργιο ἔνδυμα, νὰ ντύση τὸ πληγωμένο δέρμα καὶ νὰ τοῦ δώση τὴν δυνατότητα νὰ ἐπουλωθῆ σὲ νέον διάλογο μὲ τὴν ζωή.
σήμερα, αὐτὸ ποὺ λυώνει κι ἀποτρίβεται εἶναι οἱ μύες καὶ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ σπλάχνα· ἐνῶ τὸ δέρμα διατηρεῖται σὰν πετσὶ νεκρὸ μὰ ὁλόκληρο, ντυμένο ἐνδύματα ἀπείραχτα: ἕνα δέντρο σκεπασμένο κισσούς, σάπιο ὁλότελα μέσα, ἀπὸ τὴν πείνα τοῦ ἥλιου——ὅλο φλοιός, ἔτοιμος νὰ καταρρεύση σὲ μιὰν στιγμὴ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ παρασιτικοῦ κισσοῦ.

(...) ἡ ἀρχαϊκότητα τοῦ “ριζοσπαστικοῦ” πολιτικοῦ φουτουρισμοῦ, τῆς διαφωτιστικῆς εὐθυμίας, ἐκφράζεται στὸν ζῆλο του νὰ καθαρίση τὸν φλοιὸ ἀπ’ τὸν κισσὸ καὶ νὰ τὸν ντύση μὲ λουλούδια· νὰ ξανασκεπάση τὸ νεκρὸ δέρμα μὲ νέα ἐνδύματα, ὅταν κόκκαλα, μύες καὶ σπλάχνα ἤδη τρίβονται σὲ σκόνη καὶ στάχτη ἄψυχη.


in the past, firstly the clothes (=civilization/Law) were being reduced into tatters, then the skin was being wounded, but the body retained enough of its wholeness to fabricate a new garment, to dress the wounded skin and to give to it the chance to be healed up into a new dialogue with the life.
today, what is being consumed and grinded are the muscles and the bones and the life organs; while the skin is being kept as a dead, nevertheless whole, leather, dressed up with intact costumes: a tree which is covered up by ivies, totally rotten inside, out of its hunger for sun——the whole a bark, ready to crumble suddenly out of the load of the parasitic ivy.

(...) the obsoleteness of the “radical” political futurism, of the illuminational gaiety, is manifested by its zeal to purge the bark from the ivy and to dress it up with flowers; to array again the dead skin with new garments, while bones, muscles and guts already are being grinded into dust and lifeless ashes.


συναίρεση θανάτου.4

ἡ “φυσικὴ ἐπιλογὴ” τῆς ἱστορίας τείνει πάντα, κι ἐνάντια στὴν φύση τῶν πραγμάτων, πρὸς κάποια καθολικὴ ἐξουσία, πρὸς κάποια τελικὴ ἑρμηνεία τῆς ὅλης ἀνθρώπινης ἐμπειρίας ποὺ νὰ δικαιώνη αὐτὴν τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπιθυμία της. αὐτὴ ἡ τυφλὴ ὁρμὴ γιὰ κυριαρχία πάνω στὴν ὅλην ὕπαρξη, φενακίζεται σὰν Νόμος καθολικὸς καὶ σὰν Γλώσσα παγκόσμια: σὰν ἑνιαῖο Θέλημα.

ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου ἀναιρεῖ στὸ διηνεκὲς αὐτὴν τὴν βίαιη κι ἀφύσικη συναίρεση, ἀποδίδοντας ὁριστικὰ στὸ ἀνθρώπινο κορμὶ τὴν φυσική του δυνατότητα νὰ μιλᾶ αὐθεντικὰ στὴν προσωπική του διάλεκτο· κάνοντας ἔτσι τὸν ὅποιον Νόμο ἄθυρμα ἐφήμερο στὰ χέρια νηπίου ποὺ ἀκόμη βαβίζει.
ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σαρκωμένου Λόγου βεβαιώνει ὅτι ἡ συναίρεση τοῦ Νόμου δὲν ἔχει ἐξουσία πάνω σὲ ἕνα κορμὶ ποὺ ἀνέλαβε τὸν σταυρὸ τῆς ἐλευθερίας νὰ μιλᾶ μὲ τὸν προσωπικὸ τρόπο τῆς φύσης του, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης χωρὶς ὅρια, ἐνάντια σὲ κάθε ἐξουσία, σὲ κάθε ἀναγωγή.


history’s “natural selection” is always, and against the nature of the things, aiming at a certain universal rule, at a final judgment of the whole human experience that will justify this rule and its desire. this blind urge for dominion over the whole being, cheats itself as a universal Law and as a global Language: as an integrated Will.

the Incarnation of Logos annuls forever this violent and preposterous annex, by giving definitively back to the human body its natural potentiality to speak genuinely in its personal dialect; making, so, any Law a bauble at the hands of a babbling toddler.
the Resurection of Incarnated Logos affirms that the totalizing synaeresis of the Law has no power over a body which bears the cross of freedom to speak the personal manner of its nature, the manner of boundless love, against any authority, any reduction.