φυλακώνουν τὸ μέσα τους ζωντανό
τὸ κατατέμνουν
τὸ ξαναρράβουν σέ χίμαιρα
τὸ ἐκτρέφουν μ' ἁλάτι καὶ ξύδι
τὸ ντύνουν μὲ πετσὶ κοκαλωμένο
τ' ὀνομάζουν Ἀθανασία ἢ Γνώση ἢ Ἀέναο Τέλος
τὸ ὑψώνουν εἴδωλο ἄφωνο στὸ σκοτεινό του βάθρο
τὸ ὑμνοῦν μὲ ὀνόματα βλασφημίας

ἀποχωροῦν στὸ οὐρλιαχτό


imprison their inner living thing
they cut it up
they sew it again into a chimaera
they breed it with salt and vinegar
they dress it with ossified skin
they name it Immortality or Knowledge or Endless End
they raise it as dumb idol on its murky pedestal
they praise it with blasphemous names

they are leaving for the howl



τὰ φιλιά τους εἶναι κατασπαραγμός
τὸ χάδι τους μαχαίρωμα
ζοῦνε τὴν ἔκσταση τῆς ἀποσάρθρωσης
μασκαρεμένα βατράχια σὲ σάπιο ἕλος
χορεύουνε τὴν βακχεία τῆς ὑπερηφάνειας
λατρεύοντας τὸν Μέγα Βάτραχο τῆς ἀκαθαρσίας
τὸν μεγάλο ὑπερήφανο
μ' ἕναν ἀπόλυτο πόθο: νὰ σβήσουν τελικὰ τὰ πρόσωπά τους


their kisses are laceration
their caress is stabbing
they are living into the ecstasy of decay
masqueraded frogs in a rotten mire
they are dancing the bacchanalia of pride
worshiping the Great Toad of filth
the great proud
with an absolute desire: to die out finally their faces



it will give food
but it will be foul
full of filth
there is no life in it
there is no freedom after it
only darkness
upon the eyes whose will taste it
only darkness
and swollen tongues
unable to cry out


θὰ δώση τροφή
μὰ θἄναι χαλασμένη
γεμάτη ἀκαθαρσία
δὲν ὑπάρχει ζωὴ σ' αὐτήν
δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία μετὰ ἀπὸ αὐτήν
μόνο σκότος
στὰ μάτια ὅσων τὴν γευτοῦν
μόνο σκότος
καὶ πρησμένες γλῶσσες
ἀνίκανες νὰ φωνάξουν



they are seeking for [total] freedom by looking [in]to the future (which does not exist) with the chimera of capturing the being in it. so, the presence remains endlessly unfulfilled, since its fulfillment is lurking in the [coming] end of the future. an end which is forever present in/through the anxiety of being: the agony of freedom as accomplishment [of its image]. therefore, the future they are looking for is not only non-existed; it is, after all, really denied —it is a phantom: the death as endlessly present/frozen.


ἀποζητοῦν τὴν [ἀπόλυτη] ἐλευθερία μὲ τὸ νὰ διώκουν στὸ μέλλον (ποὺ δὲν ὑπάρχει) τὴν χίμαιρα τῆς κυριαρχίας στὴν ὕπαρξη-ζωὴ μέσα του. ἔτσι, τὸ παρὸν παραμένει ἀτέρμονα ἀσυντέλεστο, καθὼς τὸ πλήρωμά του καραδοκεῖ στὸ [ἐρχόμενο] τέλος τοῦ μέλλοντος. ἕνα τέλος ποὺ διαρκῶς εἶναι παρὸν στὴν ἀγχόνη τῆς ὕπαρξης: ἡ ἀγωνία τῆς ἐλευθερίας σὰν πλήρωμα [τῆς εἰκόνας της]. ἔτσι, τὸ μέλλον ποὺ ἀποζητοῦν δὲν εἶναι μόνον ἀνύπαρχτο, εἶναι τελεσίδικα ἀρνημένο —ἕνα φάντασμα: ὁ θάνατος σὰν ἀτελείωτα παρών/παγωμένος.