positing (postscript on religious zombies, 3)

the Word of God [by] naming creates ‘ex nihilo’
the word of the ‘earthen one’ [by] naming manifests what already exists, and it manifests it in relation to the essence of the ‘earthen one’ and not absolutely (*)
so, the concept refutes the earthen (created) name, the manifestation—hides the image—, but it cannot refute the ‘above any name’ (Phi.2:9), the source of beings

ο Λόγος του Θεού ονομάζοντας δημιουργεί ‘εξ ουκ οντων’
ο λόγος του ‘χοϊκού’ ονομάζοντας φανερώνει ό,τι ήδη υπάρχει, και το φανερώνει ως προς την ουσία του ‘χοϊκού’ και όχι απόλυτα (*)
έτσι, η ιδέα αναιρεί το χοϊκό (κτιστό) όνομα, την φανέρωση—αποκρύπτει την εικόνα—, αλλά δεν δύναται να αναιρέση το ‘υπερ παν ονομα’ (Φιλ.2:9), την πηγή των όντων

[(*) cf. Hegel, Wissenschaft der Logic II, 15]


religious zombies, 3 (or, the systemic beast)

if there is an Antichrist, this is bourgeois society. because, if Christ is the incarnate Word, bourgeois society is the incarnate concept—the deadened word, a zombie, a lifeless and life-taking chasm. in the dark abyss of that chasm voice is lost or returns back as bullets of rotten blood; the blood of canceled dia-logue.
a bourgeois “Christianity” is pure blasphemy, the blasphemy against the Spirit.


το χάσμα στο βράχο δεν τ’ άνοιξε ο σεισμός. τ’ άνοιξε ο χρόνος, η βροχή κι η ρίζα του κυκλάμινου. κι αν γελά στα λούλουδα, γελά γιατί ‘ναι παιδιά του. κι αν είναι μαύρο, είναι γιατί ο χρόνος είναι σκοτεινός (όσο ο ήλιος που ποτίζει τα κυκλάμινα).
‘εν δε μιαι μοιραι χρονου αλλοτ’ αλλοιαι διαιθυσσοισιν αυραι.’ (Ολυμπιακή Ωδή 7:94)


a burnt olive-tree said…

δεν είναι άλλη βία από την επιθυμία για εξουσία πάνω στην ζωή του άλλου—την αναίρεση της αγάπης
δεν είναι άλλη κόλαση από την μοναξιά—την άρνηση της αγάπης
δεν είναι άλλος θάνατος από την αδυναμία για αγάπη

there is not another violence than the desire for power over other’s life—the suspension of love
there is not another hell than the loneliness—the denial of love
there is not another death than the debility for love


religious zombies, 2 (on the politics of Col.2:18-23)

the deception that a particular action is universal is moral-consciousness’ violence: self’s self-subversion (conforming itself to an incomprehensible moral law), which (via its relation with the other) turns into subverting the other. sentimentality and violence hidden under the fake (since face is suspended) of morality and ‘love’. abstractions which make the life abstract: unreal. (the revolt against He who issues the life: He who IS life, hence, has no room for moralities and abstractions, i.e. violence.)
“μηδεις υμας καταβραβευετω … φυσιουμενος υπο του νοος της σαρκος αυτου … [εμβατευων] Μη αψηι μηδε γευσηι μηδε θιγηις … ατινα εστιν λογον μεν εχοντα σοφιας εν εθελοθρησκιαι και ταπεινοφροσυνηι” (Col.2:18-23)
“[let] no one to cheat you[r lives] … being conceited by his flesh’s mind … [pontificating] Do not touch, nor taste, nor finger … which [seems to] bear wisdom in a manner of self-imposed-piety and [made-up-]humility” (trans. by me)


δημόσια αλογία

υπέρογκοι λόγοι, τίτλοι πολυέλαιοι, άσαρκοι, με το βάρος του ανέμου—τι φασισμός!
‘τριήμερο εθνικό πένθος’…
‘τριήμερο’; πότε άρχισε; πότε τέλειωσε; —ο χρόνος σαν απώλεια νοήματος.
‘εθνικό’; ποιού έθνους; ποιού λαού; αυτού που γλεντοκοπά το τέλος του στις ψησταριές και στα παραθαλάσσια μπαράκια; του άλλου; αυτού που μαζεύει τις στάχτες του απ’ το χώμα το πηγμένο στα κόκαλα; κάποιου άλλου;
‘πένθος’; ποια απώλεια; τίνος πράγματος; ό,τι χάθηκε ήταν ό,τι είχαμε υπεξαιρέσει από τα κόκαλα των πατέρων και περίσσευε στις τσέπες μας. ήταν βαρύ για τις νάιλον τσέπες μας.

postscript on “olive-tree”

finally, it was not beetle’s wooden wings that burnt, but the olive-tree. the beetle-arsonist has still its wings, but not anymore its heart. that olive-tree was its heart.