στὸ ΤΕΛΟΣ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ΕΠΙΘΥΜΙΑ·
τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἀτμίδα τοῦ ΛΟΓΟΥ·
μιὰ εἰκόνα τῆς ΜΟΡΦΗΣ ποὺ κοίταξε τὴν γυάλινη ἐπιφάνεια τοῦ ΧΡΟΝΟΥ.
τὸ ΤΕΛΟΣ εἶναι μιὰ γύμνωση ἀπὸ κάθε περιττὸ διάκοσμο,
κάθε νόημα-ψεῦδος.


at the END what remains is the DESIRE;
the little child which was born from the vapor-speck of LOGOS;
an image of the FACE which glanced at the glass surface of TIME.
the END is a bareness from any empty garnish,
any value-sham.   


ὅ,τι πιὸ πολὺ μισεῖ καὶ φοβᾶται ἡ Αὐτοκρατορία εἶναι ἡ Ζωή·
γιατὶ τὸ κράτος της δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἰδέα τῆς ὑπερήφανης φαντασίας
στὸ κεφάλι τοῦ δουλοπρεποῦς πλήθους.
ὅμως τὸ Βασίλειο εἶναι ἕνα Παιδί ποὺ χαμογελᾶ στὸν Κόσμο.


what the Empire hates and fears at the most, is Life;
because her power is nothing but a concept of the proud fantasy
in the skull of the servile crowd.
however the Kingdom is a Child which smiles to the World.



the limit man craves to [sur]pass is their end


τὸ ὅριο ποὺ ὁ ἄνθρωπος γυρεύει νὰ [ξε]περάση εἶναι τὸ τέλος τους



ὁ "θάνατος τοῦ Θεοῦ" ἀφήνει τὸν θάνατο σὰν μοναδικὴ αὐθεντικὴ πραγματικότητα· σὰν τὴν πραγματικότητα ποὺ κάνει πραγματικὴ κάθε ἄλλη πραγματικότητα.
ὅμως, στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία ὁ θάνατος δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο σὰν ἄρνηση, ἀναίρεση, τῆς ζωῆς. δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχη τὴν ἐμπειρία τοῦ θανάτου ὄντας ὁ ἴδιος "μέσα" του. μόνο "ἀπὸ ἔξω" τὸν διαπιστώνει.
ἀνάγοντάς τον, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη φαντασία στὴν θέση τῆς μοναδικῆς αὐθεντικῆς πραγματικότητας, ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο χωρὶς αὐθεντικὴ δυνατότητα καμμιᾶς αὐθεντικῆς ἐμπειρίας. ὁ ἄνθρωπος στὴν κίνηση τῆς φαντασιακῆς του χειραφέτησης ἀπομένει ἀποστερημμένος κάθε πραγματικότητας: ἕνα φανταστικὸ ψάρι ποὺ κολυμπᾶ βωβὸ σὲ ἕναν ἀχανὴ φανταστικὸ ὠκεανό.


the "death of God" leaves death as the sole authentic reality; as the reality that makes real every other reality.
however, for man's experience, death exists only as a denial, a deletion, of life. it is impossible for the man to have the experience of death being "within" death. he can confirm it only "outwardly". 
so, as man's imagination concludes it at the position of the sole authentic reality, leaves man without authentic ability for any authentic experience. man, in the undertaking of his fanciful emancipation, remains deprived of every reality: a fictitious fish that floats mute into an endless fictional ocean.



ἡ Δημοκρατία εἰσέρχεται στὴν ἱστορία μὲ ἕνα μοναδικὸ πρόταγμα: τὴν καθαίρεση τῶν ἐλὶτ καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς κοινωνίας ἀπὸ τὴν κυριαρχία τους.
στὴν πορεία της, τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε εἶναι ἡ ἀνάδειξη μιᾶς μαζικῆς κουλτούρας ποὺ μιμεῖται τὰ σύμβολα τῶν ἐλίτ.

ἡ βία πλέον δὲν εἶναι μονοδιάστατη, ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω·
ἀλλὰ ἔχει ἄπειρες διαστάσεις καὶ ἄπειρα διανύσματα.


Democracy enters into the history with one and only objective: elites' deposition and people's liberation from their rule.
in the course of time, her sole achievement is the prevalence of a mass culture which imitates elite's symbols.

(as a) result:
violence is not anymore oneway, from above to below; 
but she has countless directions and indefinite vectors.



οὔτε κἂν "κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου"·
ἀλλά, κατὰ τὰ φαντάσματα τοῦ νοῦ τους,
ποὺ τὸν καταφλέγουν ἀέναα μὲ τὴν φωτιὰ ποὺ ξερνᾶ τὸ καμίνι τῶν ἐπιθυμιῶν τους.


not even "after the rudiments of the world";
but, after their mind's phantoms,
which endlessly burn down him with the fire that their desires' kiln emits.


ὁ [ἀνθρώπινος] λόγος εἶναι φανέρωση τοῦ φυσικοῦ θελήματος γιὰ ἀναίρεση τῆς ὑποστατικῆς μοναξιᾶς·
ἡ ἐκφορά του τὴν κάνει πιὸ χειροπιαστή, πιὸ παροῦσα, ἀπὸ ποτέ.


[man's] word reveals his immanent will for denouncement of his fundamental loneliness; 
its own enunciation makes this loneliness more actual, more present, than ever.   


πάλιν καὶ πολλάκις

ἡ Ἱστορία εἶναι μιὰ ἀφόρητα μάταιη μοναξιά
ποὺ ἀποκτᾶ περιεχόμενο μὸνο τὴν στιγμὴ τῆς ἀνάλωσής της
μέσα στὴν βίαιη φωτιὰ ποὺ ἡ ἴδια ἀνάβει στὶς φρυγανισμένες ψυχὲς τῶν πιστῶν της

μιὰ τόση δὰ στιγμή
ἡ στιγμὴ τῆς κατάλυσής της
εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή της ὕπαρξη

ἡ μνήμη αὐτῆς τῆς στιγμούλας τρέφει τὴν διάρκειά της
στὴν φαντασία τοῦ πλήθους


History is an unbearably vain loneliness
which reaches a meaning only the moment of being consumed
into the fire she ignites to the dried out souls of her believers 

a tiny moment
the moment of her crash
is her only true being

the memory of this tiny moment is nourishing her duration
in the fancy of the many



ἡ δειλία εἶναι τὸ μεγάλο θεμέλιο τοῦ πολιτισμοῦ.
αὐτὴ παράγει ὅλες τὶς τεχνικὲς τῆς αὐτοδικαίωσης· αὐτὴ ὑφαίνει τὴν στρατηγικὴ ἐπιστήμη: ἐπιτίθεται μὲ τέχνη κι ἀδυσώπητο μίσος σὲ κάθε ἔκφανση προσωπικῆς εὐθύνης κι ἀνιδιοτέλειας. ἐμπνέει τοὺς ποιητὲς νὰ ὑμνήσουν τὰ θύματά της, ὅσο καὶ τοὺς θεράποντές της. δίνει τὴν σμίλη καὶ τὸ μάρμαρο στοῦς γλῦπτες νὰ στήσουν ἀνδριάντες, νὰ πηγαίνουν τὰ μαθητούδια νὰ τοῦς ἀπαγγέλουν τὰ ποιήματα τῶν ποιητῶν. κόβει χρῆμα καὶ χτίζει ναοὺς νὰ λιβανίζεται ὁ τόκος. φτιάχνει ἥρωες καὶ ράβει σημαῖες. πολλὲς σημαίες. στήνει παρθενῶνες, ζωολογικοὺς κήπους, κινηματοθέατρα, μπουρδέλα, πολυκαταστήματα, στρατόπεδα. πολλά στρατόπεδα.
ἡ δειλία εἶναι ἡ μαμὴ τῆς ἱστορίας.


cowardice is the grand substructure of civilization.
she produces all manners of self-justification; she yarns the science of strategics: she assaults, artfully and ruthlessly, on any manifestation of honesty and selflessness. she inspires the poets to praise her victims, as much as her ministers. she gives to the sculptors the chisel and the stone to build monuments, for going the pupils to deliver the poems of the poets. she prints money and builds the temples to incense the interest. she makes heroes and sews banners. a lot of banners. she establishes Parthenons, Zoos, Cinemas, Brothels, Malls, Barracks. a lot of Barracks.
cowardice is the midwife of history.



rhynchosinapis nivalis

θέλω νὰ πῶ κάτι
ποὺ ὅμως δὲν λέγεται
γιατὶ τὸ θέλω πολὺ
καὶ δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ μιλῶ
ὅπως θέλω
κι αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος νὰ ὑπάρχω


i wish to say something
which is not speakable
'cause i wish it too much
and it is not possible to speak
as i want to
and this is the way of being



ἡ Αὐτοκρατορία ἕνα μόνο πράγμα πάντα φοβόταν: τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸν λόγο. γι’ αὐτὸ καὶ φρόντιζε νὰ τὰ μαρμαρώνη στὸ εἴδωλο τοῦ κυρίαρχου πολιτισμοῦ.
αὐτὰ ὅταν ἡ ἐξουσία ἀφοροῦσε ὑποκείμενα πραγματικά· μὲ κόκκαλα καὶ σάρκες κι ἐπιθυμίες. τώρα πιά, ποὺ τὴν ἐξουσία τὴν νέμεται ὁ Κανένας καὶ τὴν διεκπεραιώνει ἡ ἀπρόσωπη στρατιὰ τῆς γραφειοκρατίας, ἡ ἀντίδραση εἶναι ἀλλιώτικη: τώρα δὲν παγώνει τὴν εἰκόνα τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τὴν πνοὴ τοῦ λόγου· τώρα δουλεύει διπλοβάρδια τὸ σκοτεινὸ ἐργοστάσιο ποὺ παράγει μαζικὰ τὴν ἀσχήμια καὶ τὴν ἀνοησία, τὴν ἔπαρση τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ νεκροῦ.
ἡ παληὰ Αὐτοκρατορία κατέληγε νὰ καταρρέη κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν εἰδώλων της· ἡ τωρινὴ βουλιάζει μὲσα στὸ βρωμερὸ σκοτάδι τοῦ κενοῦ της. ἡ ἀσχήμια κι ἡ ἀνοησία γίνονται αἰσθητὲς σὰν βία χωρὶς ὅρια, σὰν θάνατος χωρὶς τέλος. ὁ ὅλος πολιτισμὸς βρίσκει τὸ πλήρωμά του στὴν ἄβυσσο τοῦ σκότους του.
ὁ καιρὸς γὰρ ἐγγύς.


Empire always feared just one thing: beauty and language. for this she took care to petrify them into the idol of dominant civilization.
all that, when power related to real subjects; subjects with bones and flesh and desires. but now, when power belongs to Nobody and she is managed by the faceless mob of bureaucracy, her reaction differs: she does not freeze the image of beauty and the breath of language anymore; now, she owns a dark factory which works ceaselessly to produce in great scale ugliness and idiocy, the insolence of being void and dead.
old Empire was concluded to collapse under the burden of her own idols; the present one is drowning into the foul-smelling darkness of her void. ugliness and idiocy become known as violence without limits, as death without end. the whole civilization is reaching at its pleroma into the abyss of its murk.
the time is near.







συναίρεση θανάτου.7

ἡ Νέα Γεωγραφία [θὰ] εἶναι ζελατινώδης: δὲν ἔχει σύνορα γιατὶ δὲν ἔχει σχῆμα. δὲν ἔχει μορφές, ὅρια ἢ ἀναφορές. εἶναι ὅλα καὶ τίποτα. μιὰ διαρκὴς ἀνέμελη κίνηση.
κάθε νόμιμα ἀναγνωρισμένο ὑποκείμενο κινεῖται στὸν “χῶρο” ἀλλάζοντας προσωπεῖα, μεταφέροντας διαρκῶς νέες ἐπιθυμίες, προφέροντας ἀτέρμονα πρόσφατα συνθήματα.
   ὅπως ὁ Νέος Ἄνθρωπος δὲν [θὰ] ἔχει μιὰν ὁριστικὴ μορφή, ἔτσι κι ὁ “τόπος” του δὲν μπορεῖ νἄναι κλειστός. ὅμως δὲν μπορεῖ νἄναι κι ἀνοιχτὸς σὲ κάποιον ὁρίζοντα· γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχη νόημα κανένας ὁρίζοντας, ὅταν δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ὁδός ποὺ νὰ ὁδηγῆ κάπου.
   ἡ ὕπαρξη [θὰ] ἐξαντλεῖται στὴν κατανάλωση τῶν προσφερόμενων παρενδύσεων. ὅ,τι μένει [διαρκῶς] κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὴν ἐξαγορασμένη στολὴ εἴτε θὰ περιέλθη στὴν λήθη εἴτε θὰ μαραζώση στὸ σκοτάδι τοῦ προσωπείου.
   ἡ παρουσία [θὰ] δηλώνεται μόνο μὲ τὴν φλυαρία κοινὰ ἐπαναλαμβανόμενων φράσεων τοῦ συρμοῦ, ποὺ διαρκῶς [θὰ] ἀλλάζει χωρὶς νὰ ὁδηγῆ πουθενά. μιὰ πάγκοινη ἰκανοποίηση συμμετοχῆς σὲ αὐτὴν τὴν ἀλογία θὰ ἀντικαταστήση τὴν φυσικὴ (κι ἄρα ἀπεχθή) ροπὴ τῆς λαλιᾶς καὶ θὰ γίνη ἡ Νέα Γλώσσα: ἕνα μανιακὸ τιτίβισμα ἢ κόασμα. (ἀναλόγως πῶς κατανοεῖ κανεὶς τὸ κλουβί ἢ τὸν βάλτο του.)
   δὲν [θὰ] ὑπάρχουν πιὰ κανόνες, καθὼς ὅλα [θὰ] εἶναι κανονισμένα πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία. ἕνας Νόμος, μιὰ Γλώσσα, μιὰ Ἐμπειρία: τὸ κοινόν τίποτα, ἡ μεγάλη θαυμαστὴ ἀγορὰ τῶν μορφασμῶν.
   σὲ αὐτὸν τὸν Κόσμο, δὲν [θὰ] ὑπάρχει αὐθεντικὸς χῶρος, μιᾶς καὶ δὲν [θὰ] ὑπάρχουν αὐθεντικὰ ὅρια, νοήματα ἢ μορφές. ἕνα μοναδιαῖο συναίσθημα [θὰ] διοικεῖ τὰ “πάντα”: ἡ ἄγρια ὑπερήφανη χαρὰ τῆς πολύμορφης ἀμορφίας.
ἡ Νέα Γεωγραφία λέγεται Ἅδης κι ἐνεργεῖται ἤδη στὰ στήθη τῶν τηλεθεατῶν τοῦ Μεγάλου Ἱπποδρόμου.


New Geography will be jelly: it will be borderless since it will be shapeless. it will be empty of forms, limits or hints. it will be everything and nothing at once. a constant[ly] lighthearted movement.
every lawful subject will be moving into the “space” changing its persona, carrying continually new desires, uttering endlessly recent slogans.
  just as the New Man will not have a conclusive face, so his “place” could not be closed. thou it could not also be open to any horizon; since there will be not any meaning of a horizon any more, when there will be not any path driving somewhere. 
  individual actuality will be reduced to the using up the granted apparels. whatever will remain sealed under the expiated uniform, either will come to oblivion, or will be decaying into the darkness of the mask. 
  presence will be manifested only through the chatter of commonly repeated sayings of a flowing and pointless fashion. a universal satisfaction for the participation in this alogy will replace the natural (and thus repulsive) inclination for speech and will become the New Language: a frantic chirp or croak. (depends how one does understand his cage or swamp.)
  there will be no rules, since everything will be regulated beyond any doubt. one Law, one Language, one Experience: the common nothing, the great and marvelous market of ready-made countenances. 
  there will be no genuine limits, meanings or forms. one single sentiment will govern “everything”: the wild proud joy of multiform formlessness.
New Geography is called Hades and it is already active in the hearts of Circus Maximus viewers.



ἡ λέξη εἶναι τὸ σάβανο αὐτοῦ ποὺ θέλει ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ πῆ


a word is the shroud of this that it wants to but cannot say


συναίρεση θανάτου.6

τὸ χρῆμα συναιρεῖ τὴν ὅλην ἐμπειρία στὸ μοναδιαῖο τίποτα τῆς αὐθαίρετης ἀξίας του. μὲ αὐτὴν τὴν αὐθάδεια ἐγκαθιστᾶ τὴν πλάνη τῆς ὑπέρβασης τῆς φύσης καὶ δημιουργεῖ τὴν κυρίαρχη ψευδαίσθηση ὅτι τὰ πάντα εἶναι δυνατά. ὁ δρόμος πλέον εἶναι ἀνοιχτὸς ὥστε τὸ ὑποκείμενο νὰ θεωρῆ ὅτι τὰ πάντα [τοῦ] ἐπιτρέπονται χάριν αὐτῆς τῆς παντεπόπτου ἀρχῆς, τῆς αὐθαίρετης ἀξίας, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρχη μόνο σὰν διαρκὴς ἐπέκταση, ἀποτίμηση, ἀπαλλοτρίωση τῶν φυσικῶν ἰδιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν πραγμάτων.


money annexes the whole experience into the unitary nothingness of its arbitrary value. by this presumption it establishes the scam of outdoing the nature and the prevalent delusion that enerything is possible. the way then is wide open for the subject to believe that everything is permitted [to him] for the sake of this all-embracing principle, the arbitrary value, which can be only as an endless expansion, valuation, expropriation of the natural qualities of man and of things.


συναίρεση θανάτου.5

τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας”


ὁ Νόμος, πρῶτα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν κάθε φορὰ κανονικότητα, καλεῖ σὲ ἀποταγὴ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. αὐτὴ εἶναι πάντα ἡ βαθειὰ κοινὴ ἐπιθυμία τοῦ πλήθους ποὺ τὸ συγκροτεῖ σὲ συλλογικὸ ὑποκείμενο: ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπόρριψης τοῦ ἀφόρητου φορτίου τῆς ἀγάπης· 
ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀταξίας τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν φαντασία τῆς τάξης· ἡ ἀλογία τῆς ἀντήχησης χάλκινων συνθημάτων ἑνὸς πολεμικοῦ πλήθους ποὺ τρέχει πρὸς τὸν χάλκινο ὕπνο του.

... ὁ Νόμος εἶναι ὁ Ἀντίχριστος


For the mystery of iniquity doth already work”  


Law, first and formost of every incidental regularity, calls for the giving up of one's own responsibility. this is always the profound common desire of the multitude; the desire which welds it into a collective subject: the desire to discard the intolerable burden of love; to replace the deviation of life by the fantasy of order; the alogia of a martial throng which resonants brass slogans as it is galloping towards its brass sleep.

... Law is the Antichrist


Κυριακὲς τῶν παραλύτων

"Νέα Ἑλλάδα" λοιπόν. ὅπως λέμε Νέα Ἀρτάκη ἢ Νέα Σεβάστεια ἢ Νέα Χαλκηδόνα. δηλαδὴ ἕνα ὄνομα ἄδειο, ψιλό, ποὺ δηλώνει μόνο τὴν ἀνικανότητά μας (καὶ μάλιστα τὴν ἀπροθυμία μας) νὰ κρατήσουμε τὸ εἶναι μας. ἕνα ὄνομα στὸ μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ἤμασταν καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ εἴμαστε, κι αὐτοῦ ποὺ δὲν θὰ εἴμαστε ποτέ, γιατὶ δὲν μποροῦμε νἄμαστε: ἐπιπολάζοντες στὸ κενό, πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τῆς ἱστορίας: ὑπάρχοντες μόνο σὰν καταναλωτὲς εἰσηγμένων φαντασιώσεων (ἕνας κόσμος ποὺ συγκροτεῖται ἀπὸ ράφια προσφορῶν κι ἐκπτώσεων, ποὺ ἀλίμονό μας ἂν μείνουν ἄδεια).

"Νέα Ἑλλάδα" λοιπόν. ἄρα ἀνάγκη μεγάλη καὶ γιὰ μιὰ νέα Γεωγραφία, μὲ νέα ἀκτογραμμή, νέους ὀρεινοὺς ὁρίζοντες, νέα νεκροταφεῖα καὶ χωματερές. (ἔστω κι ἂν δὲν εἶναι παρὰ μιὰ μουντζούρα πάνω ἀπὸ τὰ παληά, πάνω στὰ παληά.) καὶ βέβαια μιὰ νέα Γλώσσα. τόσο νέα ποὺ δὲν λέει τίποτε. μιὰ γλώσσα χωρὶς περιεχόμενο· τί θαυμαστὴ ἰδέα: μιὰ γλώσσα πάντα ἔτοιμη νὰ υἱοθετῆ τὸ περιεχόμενο τῶν ραφιῶν τοῦ μεγάλου μας μαρκέτου. τί ἄνεση προσφέρει μιὰ τέτοια ἀπουσία εὐθύνης! σὲ κάνει "Νέον ἄνθρωπο". διαρκῶς νέον, διαρκῶς ἄλλον, ποτέ κάποιον. ἕνα λαμπρὸ ἀνδράποδο.
Ζήτω μας!    



στὸ παρελθόν, πρῶτα κουρελιαζόταν τὸ ἔνδυμα (=πολιτισμός/Νόμος), ὕστερα πληγιαζόταν τὸ δέρμα, μὰ τὸ κορμὶ διατηροῦσε ἀρκετὴ ἀκεραιότητα νὰ ὑφάνη καινούργιο ἔνδυμα, νὰ ντύση τὸ πληγωμένο δέρμα καὶ νὰ τοῦ δώση τὴν δυνατότητα νὰ ἐπουλωθῆ σὲ νέον διάλογο μὲ τὴν ζωή.
σήμερα, αὐτὸ ποὺ λυώνει κι ἀποτρίβεται εἶναι οἱ μύες καὶ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ σπλάχνα· ἐνῶ τὸ δέρμα διατηρεῖται σὰν πετσὶ νεκρὸ μὰ ὁλόκληρο, ντυμένο ἐνδύματα ἀπείραχτα: ἕνα δέντρο σκεπασμένο κισσούς, σάπιο ὁλότελα μέσα, ἀπὸ τὴν πείνα τοῦ ἥλιου——ὅλο φλοιός, ἔτοιμος νὰ καταρρεύση σὲ μιὰν στιγμὴ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ παρασιτικοῦ κισσοῦ.

(...) ἡ ἀρχαϊκότητα τοῦ “ριζοσπαστικοῦ” πολιτικοῦ φουτουρισμοῦ, τῆς διαφωτιστικῆς εὐθυμίας, ἐκφράζεται στὸν ζῆλο του νὰ καθαρίση τὸν φλοιὸ ἀπ’ τὸν κισσὸ καὶ νὰ τὸν ντύση μὲ λουλούδια· νὰ ξανασκεπάση τὸ νεκρὸ δέρμα μὲ νέα ἐνδύματα, ὅταν κόκκαλα, μύες καὶ σπλάχνα ἤδη τρίβονται σὲ σκόνη καὶ στάχτη ἄψυχη.


in the past, firstly the clothes (=civilization/Law) were being reduced into tatters, then the skin was being wounded, but the body retained enough of its wholeness to fabricate a new garment, to dress the wounded skin and to give to it the chance to be healed up into a new dialogue with the life.
today, what is being consumed and grinded are the muscles and the bones and the life organs; while the skin is being kept as a dead, nevertheless whole, leather, dressed up with intact costumes: a tree which is covered up by ivies, totally rotten inside, out of its hunger for sun——the whole a bark, ready to crumble suddenly out of the load of the parasitic ivy.

(...) the obsoleteness of the “radical” political futurism, of the illuminational gaiety, is manifested by its zeal to purge the bark from the ivy and to dress it up with flowers; to array again the dead skin with new garments, while bones, muscles and guts already are being grinded into dust and lifeless ashes.


συναίρεση θανάτου.4

ἡ “φυσικὴ ἐπιλογὴ” τῆς ἱστορίας τείνει πάντα, κι ἐνάντια στὴν φύση τῶν πραγμάτων, πρὸς κάποια καθολικὴ ἐξουσία, πρὸς κάποια τελικὴ ἑρμηνεία τῆς ὅλης ἀνθρώπινης ἐμπειρίας ποὺ νὰ δικαιώνη αὐτὴν τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπιθυμία της. αὐτὴ ἡ τυφλὴ ὁρμὴ γιὰ κυριαρχία πάνω στὴν ὅλην ὕπαρξη, φενακίζεται σὰν Νόμος καθολικὸς καὶ σὰν Γλώσσα παγκόσμια: σὰν ἑνιαῖο Θέλημα.

ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου ἀναιρεῖ στὸ διηνεκὲς αὐτὴν τὴν βίαιη κι ἀφύσικη συναίρεση, ἀποδίδοντας ὁριστικὰ στὸ ἀνθρώπινο κορμὶ τὴν φυσική του δυνατότητα νὰ μιλᾶ αὐθεντικὰ στὴν προσωπική του διάλεκτο· κάνοντας ἔτσι τὸν ὅποιον Νόμο ἄθυρμα ἐφήμερο στὰ χέρια νηπίου ποὺ ἀκόμη βαβίζει.
ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σαρκωμένου Λόγου βεβαιώνει ὅτι ἡ συναίρεση τοῦ Νόμου δὲν ἔχει ἐξουσία πάνω σὲ ἕνα κορμὶ ποὺ ἀνέλαβε τὸν σταυρὸ τῆς ἐλευθερίας νὰ μιλᾶ μὲ τὸν προσωπικὸ τρόπο τῆς φύσης του, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης χωρὶς ὅρια, ἐνάντια σὲ κάθε ἐξουσία, σὲ κάθε ἀναγωγή.


history’s “natural selection” is always, and against the nature of the things, aiming at a certain universal rule, at a final judgment of the whole human experience that will justify this rule and its desire. this blind urge for dominion over the whole being, cheats itself as a universal Law and as a global Language: as an integrated Will.

the Incarnation of Logos annuls forever this violent and preposterous annex, by giving definitively back to the human body its natural potentiality to speak genuinely in its personal dialect; making, so, any Law a bauble at the hands of a babbling toddler.
the Resurection of Incarnated Logos affirms that the totalizing synaeresis of the Law has no power over a body which bears the cross of freedom to speak the personal manner of its nature, the manner of boundless love, against any authority, any reduction.