6.1.17

ἐδῶ

ἡ συνείδηση ἀναγνωρίζει ἑαυτὴν σὰν μοναξιά.



ὁ λόγος ὑπάρχει μόνο σὰν διάλογος· σὰν φῶς
—ἄλλοτε θερμὸ κι ἄλλοτε ψυχρό, ἀλλὰ πάντα ἀποκαλυπτικό·

ἄλλως, εἶναι μόνο ἠχώ, ποὺ ἡ ἐπιστροφή της τυρεύει τὸ σκοτάδι τῆς μοναξιᾶς τῆς συνείδησης.



ὁ ὑπερήφανος νος, μὲ ὑλικὸ τὸ πηγμένο σκοτάδι τῆς βουβῆς του φαντασίας, χτίζει ἕναν ἀνεστραμμένο πύργο, χωρὶς παραθύρια καὶ πόρτες, μὲ τοὺς τοίχους του γεμάτους σκοτεινοὺς καθρέφτες.
οἱ καθρέφτες αὐτοὶ εἶναι ἀντηχεῖα ποὺ κραυγάζουν τὸν τρόμο του γιὰ κάθετὶ ἔξω ἀπὸ τοὺς τοίχους τοῦ πύργου, καθὼς αὐτὸς βυθίζεται ἀπὸ ἄβυσσο σὲ ἄβυσσο.



ἀντίθετα· ὁ ταπεινὸς νος εἶναι ὅλος ἕνας παιδικὸς διάλογος μὲ κάθετί. ὅλος φῶς, μέσα κι ἔξω:
προσλαμβάνει φῶς καὶ ἀντανακλᾶ φῶς· φωτίζεται διαρκῶς καὶ φωτίζει ὅ,τι διαλέγεται μαζί του.



ἀνάμεσα στὰ δύο, ὅ,τι μένει, εἶναι κενὴ δόξα καὶ δειλία. ἀλλὰ καὶ δυνατότητα πολλή:
ἡ βαρκούλα τῆς ἐπιθυμίας ποὺ τραμπαλίζεται στὴν φουσκοθαλασσιὰ τῆς διάρκειας.


26.12.16

bialogy

τὰ πλατωνικὰ κεφαλόποδα εἶναι ζῶα ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὸν κόσμο ὅλον σὰν κέλυφός τους.
ἡ γλώσσα τους ἀποτελεῖται ἀπὸ 316 λέξεις· ὅλες συνώνυμα τῆς ἔννοιας κέλυφος (ἂν καὶ καθεαυτὴ ἡ λέξη κέλυφος ἀπουσιάζη ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό τους).
ὅ,τι βρίσκεται στὸ πεδίο ὁρατότητάς τους τὸ κατανοοῦν σὰν τροφή, τὴν ὁποία ἐπίσης ἀναγνωρίζουν σὰν κέλυφος.
ὄντας ἀπόλυτα (μονιστικά) ἐγωκεντρικά, ἀγνοοῦν τὴν αἴσθηση τοῦ χρόνου: βιώνουν ἕνα συνεχὲς τώρα, ἢ, σωστότερα, ἕνα συνεχὲς κέλυφος.
ὅ,τι ρηγματώνει αὐτὸ τὸ κέλυφος τος προκαλεῖ τρομῶδες παραλήρημα, ποὺ ἐκφράζεται ὅμως μὲ ἄναρθρες κινήσεις τῶν πλοκάμων τους, καθὼς δὲν διαθέτουν ἄλλες λέξεις ἀπὸ τὰ συνώνυμα τοῦ κελύφους. στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ὑστερίας τὸ π.κ. κατατρώει τοὺς πλοκάμους του. (παραμένει ἄγνωστο τί μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ρηγμάτωση τοῦ κελύφους, ἀφοῦ στὴν συνείδηση τοῦ π.κ. τὰ πάντα εἶναι κέλυφος.)
παρόλο τὸν μονιστικὸ χαρακτῆρα τῆς συνείδησης τους, τὰ π.κ. συγκροτοῦν ἀγέλες· ὅπου, ὅμως, τὰ μέλη τους δὲν ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, καθὼς καθένα τους βλέπει τὰ ὑπόλοιπα μέλη σὰν ψηφίδες τοῦ κελύφους-ἀγέλης (ἕνα κέλυφος μέσα στὸ κέλυφος; κάτι τέτοιο δὲν θὰ ἀναιροῦσε τὴν δέα τοῦ κελύφους καθεαυτήν;).
τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι τὸ π.κ. ἔχει να ἐξαιρετικὰ ἀνεπτυγμένο νευρικὸ σύστημα, ποὺ λειτουργεῖ σὰν συνεχς γεννήτρια ἐπιθυμιῶν, ποὺ δραστηριοποιεῖ τοὺς ἀεικίνητους πλοκάμους του.
ἡ ἔρευνα πάνω στ π.κ. ἀντιμετωπίζει πολλὲς δυσκολίες, τόσο λόγω τῆς ἀδυναμίας νὰ προσπελασθῆ ὁ κλειστὸς κόσμος του, ὄσο καὶ λόγω τῆς συνεχοῦς φθορᾶς τῶν ἐρευνητῶν, ποὺ ἐπιμένουν νὰ κατασπαράσουν ὁ ἕνας τοὺς πλοκάμους τοὺ ἄλλου.

31.8.16

ἡ πέτρα διδάσκει τὴν ὑπομονή
κι ἡ πάνω της σαύρα τὴν ἐνάργεια τῶν αἰσθήσεων.

ὁ ἥλιος δικάζει καὶ τὰ δύο·
ὁ ἄνεμος ἕνα σκηνικό ἀδιάφορο.

25.4.16

on Jn 1:4

ὑπάρχουν δύο σκοτάδια: αὐτὸ τοῦ δούλου κι αὐτὸ τοῦ ἀφέντη.
τὸ πρῶτο εἶναι τὸ νὰ σοῦ κλέβουν τὴν ζωὴ καὶ νὰ πορεύεσαι μὲ ὅποιο ὑποκατάστατο σοῦ πετᾶ ὁ ἀφέντης  σου.
τὸ ἄλλο εἶναι νὰ ζῆς σὰν παράσιτο, χωρὶς δική σου ζωή, μὲ τὶς κλεμμένες ζωὲς τῶν ἄλλων.
αὐτὰ τὰ δυὸ σκοτάδια εἶναι ἕνα: ἡ ἀπώλεια τῆς αὐθεντικῆς ζωῆς καὶ ἡ ἀντικατάστασή της μὲ μιὰ μπουκιὰ σκουληκιασμένη
- παξιμάδι ἤ κρέας, ἀδιάφορο, σκουληκιασμένα καὶ τὰ δυό· δηλητήριο καὶ τὰ δυό.
ἄλλο σκοτάδι δὲν εἶναι.
κι αὐτὸ τὸ σκοτάδι τὸ γεννᾶ ἡ ἄρνηση τῆς αὐθεντικῆς ζωῆς· ἡ ἐπιθυμία τῆς κυριαρχίας· τὸ σπέρμα κάθε πολιτισμοῦ: ἡ κενὴ δόξα τῆς φαντασίας.

:::

there are two lots of darkness: this of the slave and this of the master.
the first one is to be stolen of your life and to last with whatever your master stuffs you.
the latter is to exist as a parasite, without life of your own, by dint of the stolen lives of the others.  
these two bleak states are the same: the loss of a genuine life and its replacement by a wormy morsel
- no matter if it is of rusk or of meat; they are both lousy; they are both venomous.
there is no other darkness.
and this darkness is brought forth by the denial of the genuine life; by  the desire of dominion; the seed of any civilization: the empty fancy of realization.

31.12.15

μνήμη/α

στὸ ΤΕΛΟΣ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι ἡ ΕΠΙΘΥΜΙΑ·
τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἀτμίδα τοῦ ΛΟΓΟΥ·
μιὰ εἰκόνα τῆς ΜΟΡΦΗΣ ποὺ κοίταξε τὴν γυάλινη ἐπιφάνεια τοῦ ΧΡΟΝΟΥ.
τὸ ΤΕΛΟΣ εἶναι μιὰ γύμνωση ἀπὸ κάθε περιττὸ διάκοσμο,
κάθε νόημα-ψεῦδος.

:::

at the END what remains is the DESIRE;
the little child which was born from the vapor-speck of LOGOS;
an image of the FACE which glanced at the glass surface of TIME.
the END is a bareness from any empty garnish,
any value-sham.   

27.12.15

ὅ,τι πιὸ πολὺ μισεῖ καὶ φοβᾶται ἡ Αὐτοκρατορία εἶναι ἡ Ζωή·
γιατὶ τὸ κράτος της δὲν εἶναι παρὰ μιὰ ἰδέα τῆς ὑπερήφανης φαντασίας
στὸ κεφάλι τοῦ δουλοπρεποῦς πλήθους.
ὅμως τὸ Βασίλειο εἶναι ἕνα Παιδί ποὺ χαμογελᾶ στὸν Κόσμο.

:::

what the Empire hates and fears at the most, is Life;
because her power is nothing but a concept of the proud fantasy
in the skull of the servile crowd.
however the Kingdom is a Child which smiles to the World.

29.11.15

techno[a]logy

the limit man craves to [sur]pass is their end

:::

τὸ ὅριο ποὺ ὁ ἄνθρωπος γυρεύει νὰ [ξε]περάση εἶναι τὸ τέλος τους

7.8.15

scholium

ὁ "θάνατος τοῦ Θεοῦ" ἀφήνει τὸν θάνατο σὰν μοναδικὴ αὐθεντικὴ πραγματικότητα· σὰν τὴν πραγματικότητα ποὺ κάνει πραγματικὴ κάθε ἄλλη πραγματικότητα.
ὅμως, στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία ὁ θάνατος δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο σὰν ἄρνηση, ἀναίρεση, τῆς ζωῆς. δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχη τὴν ἐμπειρία τοῦ θανάτου ὄντας ὁ ἴδιος "μέσα" του. μόνο "ἀπὸ ἔξω" τὸν διαπιστώνει.
ἀνάγοντάς τον, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη φαντασία στὴν θέση τῆς μοναδικῆς αὐθεντικῆς πραγματικότητας, ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο χωρὶς αὐθεντικὴ δυνατότητα καμμιᾶς αὐθεντικῆς ἐμπειρίας. ὁ ἄνθρωπος στὴν κίνηση τῆς φαντασιακῆς του χειραφέτησης ἀπομένει ἀποστερημμένος κάθε πραγματικότητας: ἕνα φανταστικὸ ψάρι ποὺ κολυμπᾶ βωβὸ σὲ ἕναν ἀχανὴ φανταστικὸ ὠκεανό.

:::

the "death of God" leaves death as the sole authentic reality; as the reality that makes real every other reality.
however, for man's experience, death exists only as a denial, a deletion, of life. it is impossible for the man to have the experience of death being "within" death. he can confirm it only "outwardly". 
so, as man's imagination concludes it at the position of the sole authentic reality, leaves man without authentic ability for any authentic experience. man, in the undertaking of his fanciful emancipation, remains deprived of every reality: a fictitious fish that floats mute into an endless fictional ocean.

4.8.15

mundaneness

ἡ Δημοκρατία εἰσέρχεται στὴν ἱστορία μὲ ἕνα μοναδικὸ πρόταγμα: τὴν καθαίρεση τῶν ἐλὶτ καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς κοινωνίας ἀπὸ τὴν κυριαρχία τους.
στὴν πορεία της, τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε εἶναι ἡ ἀνάδειξη μιᾶς μαζικῆς κουλτούρας ποὺ μιμεῖται τὰ σύμβολα τῶν ἐλίτ.

ἀποτέλεσμα:
ἡ βία πλέον δὲν εἶναι μονοδιάστατη, ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω·
ἀλλὰ ἔχει ἄπειρες διαστάσεις καὶ ἄπειρα διανύσματα.

:::

Democracy enters into the history with one and only objective: elites' deposition and people's liberation from their rule.
in the course of time, her sole achievement is the prevalence of a mass culture which imitates elite's symbols.

(as a) result:
violence is not anymore oneway, from above to below; 
but she has countless directions and indefinite vectors.

3.8.15

10:3.Pe2

οὔτε κἂν "κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου"·
ἀλλά, κατὰ τὰ φαντάσματα τοῦ νοῦ τους,
ποὺ τὸν καταφλέγουν ἀέναα μὲ τὴν φωτιὰ ποὺ ξερνᾶ τὸ καμίνι τῶν ἐπιθυμιῶν τους.

:::

not even "after the rudiments of the world";
but, after their mind's phantoms,
which endlessly burn down him with the fire that their desires' kiln emits.
 

24.7.15

ὁ [ἀνθρώπινος] λόγος εἶναι φανέρωση τοῦ φυσικοῦ θελήματος γιὰ ἀναίρεση τῆς ὑποστατικῆς μοναξιᾶς·
ὅμως,
ἡ ἐκφορά του τὴν κάνει πιὸ χειροπιαστή, πιὸ παροῦσα, ἀπὸ ποτέ.

:::

[man's] word reveals his immanent will for denouncement of his fundamental loneliness; 
but,
its own enunciation makes this loneliness more actual, more present, than ever.   

29.6.15

πάλιν καὶ πολλάκις

ἡ Ἱστορία εἶναι μιὰ ἀφόρητα μάταιη μοναξιά
ποὺ ἀποκτᾶ περιεχόμενο μὸνο τὴν στιγμὴ τῆς ἀνάλωσής της
μέσα στὴν βίαιη φωτιὰ ποὺ ἡ ἴδια ἀνάβει στὶς φρυγανισμένες ψυχὲς τῶν πιστῶν της

μιὰ τόση δὰ στιγμή
ἡ στιγμὴ τῆς κατάλυσής της
εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή της ὕπαρξη

ἡ μνήμη αὐτῆς τῆς στιγμούλας τρέφει τὴν διάρκειά της
στὴν φαντασία τοῦ πλήθους

:::

History is an unbearably vain loneliness
which reaches a meaning only the moment of being consumed
into the fire she ignites to the dried out souls of her believers 

a tiny moment
the moment of her crash
is her only true being

the memory of this tiny moment is nourishing her duration
in the fancy of the many

31.10.14

πτωλίεθρον

ἡ δειλία εἶναι τὸ μεγάλο θεμέλιο τοῦ πολιτισμοῦ.
αὐτὴ παράγει ὅλες τὶς τεχνικὲς τῆς αὐτοδικαίωσης· αὐτὴ ὑφαίνει τὴν στρατηγικὴ ἐπιστήμη: ἐπιτίθεται μὲ τέχνη κι ἀδυσώπητο μίσος σὲ κάθε ἔκφανση προσωπικῆς εὐθύνης κι ἀνιδιοτέλειας. ἐμπνέει τοὺς ποιητὲς νὰ ὑμνήσουν τὰ θύματά της, ὅσο καὶ τοὺς θεράποντές της. δίνει τὴν σμίλη καὶ τὸ μάρμαρο στοῦς γλῦπτες νὰ στήσουν ἀνδριάντες, νὰ πηγαίνουν τὰ μαθητούδια νὰ τοῦς ἀπαγγέλουν τὰ ποιήματα τῶν ποιητῶν. κόβει χρῆμα καὶ χτίζει ναοὺς νὰ λιβανίζεται ὁ τόκος. φτιάχνει ἥρωες καὶ ράβει σημαῖες. πολλὲς σημαίες. στήνει παρθενῶνες, ζωολογικοὺς κήπους, κινηματοθέατρα, μπουρδέλα, πολυκαταστήματα, στρατόπεδα. πολλά στρατόπεδα.
ἡ δειλία εἶναι ἡ μαμὴ τῆς ἱστορίας.

:::

cowardice is the grand substructure of civilization.
she produces all manners of self-justification; she yarns the science of strategics: she assaults, artfully and ruthlessly, on any manifestation of honesty and selflessness. she inspires the poets to praise her victims, as much as her ministers. she gives to the sculptors the chisel and the stone to build monuments, for going the pupils to deliver the poems of the poets. she prints money and builds the temples to incense the interest. she makes heroes and sews banners. a lot of banners. she establishes Parthenons, Zoos, Cinemas, Brothels, Malls, Barracks. a lot of Barracks.
cowardice is the midwife of history.


 

9.10.14

rhynchosinapis nivalis

θέλω νὰ πῶ κάτι
ποὺ ὅμως δὲν λέγεται
γιατὶ τὸ θέλω πολὺ
καὶ δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ μιλῶ
ὅπως θέλω
κι αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος νὰ ὑπάρχω

:::

i wish to say something
which is not speakable
'cause i wish it too much
and it is not possible to speak
as i want to
and this is the way of being

9.9.14

,

ἡ Αὐτοκρατορία ἕνα μόνο πράγμα πάντα φοβόταν: τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸν λόγο. γι’ αὐτὸ καὶ φρόντιζε νὰ τὰ μαρμαρώνη στὸ εἴδωλο τοῦ κυρίαρχου πολιτισμοῦ.
αὐτὰ ὅταν ἡ ἐξουσία ἀφοροῦσε ὑποκείμενα πραγματικά· μὲ κόκκαλα καὶ σάρκες κι ἐπιθυμίες. τώρα πιά, ποὺ τὴν ἐξουσία τὴν νέμεται ὁ Κανένας καὶ τὴν διεκπεραιώνει ἡ ἀπρόσωπη στρατιὰ τῆς γραφειοκρατίας, ἡ ἀντίδραση εἶναι ἀλλιώτικη: τώρα δὲν παγώνει τὴν εἰκόνα τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τὴν πνοὴ τοῦ λόγου· τώρα δουλεύει διπλοβάρδια τὸ σκοτεινὸ ἐργοστάσιο ποὺ παράγει μαζικὰ τὴν ἀσχήμια καὶ τὴν ἀνοησία, τὴν ἔπαρση τοῦ κενοῦ καὶ τοῦ νεκροῦ.
ἡ παληὰ Αὐτοκρατορία κατέληγε νὰ καταρρέη κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν εἰδώλων της· ἡ τωρινὴ βουλιάζει μὲσα στὸ βρωμερὸ σκοτάδι τοῦ κενοῦ της. ἡ ἀσχήμια κι ἡ ἀνοησία γίνονται αἰσθητὲς σὰν βία χωρὶς ὅρια, σὰν θάνατος χωρὶς τέλος. ὁ ὅλος πολιτισμὸς βρίσκει τὸ πλήρωμά του στὴν ἄβυσσο τοῦ σκότους του.
ὁ καιρὸς γὰρ ἐγγύς.

:::

Empire always feared just one thing: beauty and language. for this she took care to petrify them into the idol of dominant civilization.
all that, when power related to real subjects; subjects with bones and flesh and desires. but now, when power belongs to Nobody and she is managed by the faceless mob of bureaucracy, her reaction differs: she does not freeze the image of beauty and the breath of language anymore; now, she owns a dark factory which works ceaselessly to produce in great scale ugliness and idiocy, the insolence of being void and dead.
old Empire was concluded to collapse under the burden of her own idols; the present one is drowning into the foul-smelling darkness of her void. ugliness and idiocy become known as violence without limits, as death without end. the whole civilization is reaching at its pleroma into the abyss of its murk.
the time is near.

10.8.14

ἱστο:ρεία

μιὰἀράχνηποὺπνίγε
ταιστὸνἱστότηςποὺ
δὲνὑπάρχειπαρὰμόν
οσὰνφαντασίακαὶσὰ
νθέλημαφανταστικό

:::

aspiderstrangling
intoherownwebwhic
hdoesnotexistbuto
nlyasaphantasyand
asimaginarydesire

21.6.14

συναίρεση θανάτου.7

ἡ Νέα Γεωγραφία [θὰ] εἶναι ζελατινώδης: δὲν ἔχει σύνορα γιατὶ δὲν ἔχει σχῆμα. δὲν ἔχει μορφές, ὅρια ἢ ἀναφορές. εἶναι ὅλα καὶ τίποτα. μιὰ διαρκὴς ἀνέμελη κίνηση.
κάθε νόμιμα ἀναγνωρισμένο ὑποκείμενο κινεῖται στὸν “χῶρο” ἀλλάζοντας προσωπεῖα, μεταφέροντας διαρκῶς νέες ἐπιθυμίες, προφέροντας ἀτέρμονα πρόσφατα συνθήματα.
   ὅπως ὁ Νέος Ἄνθρωπος δὲν [θὰ] ἔχει μιὰν ὁριστικὴ μορφή, ἔτσι κι ὁ “τόπος” του δὲν μπορεῖ νἄναι κλειστός. ὅμως δὲν μπορεῖ νἄναι κι ἀνοιχτὸς σὲ κάποιον ὁρίζοντα· γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχη νόημα κανένας ὁρίζοντας, ὅταν δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ὁδός ποὺ νὰ ὁδηγῆ κάπου.
   ἡ ὕπαρξη [θὰ] ἐξαντλεῖται στὴν κατανάλωση τῶν προσφερόμενων παρενδύσεων. ὅ,τι μένει [διαρκῶς] κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὴν ἐξαγορασμένη στολὴ εἴτε θὰ περιέλθη στὴν λήθη εἴτε θὰ μαραζώση στὸ σκοτάδι τοῦ προσωπείου.
   ἡ παρουσία [θὰ] δηλώνεται μόνο μὲ τὴν φλυαρία κοινὰ ἐπαναλαμβανόμενων φράσεων τοῦ συρμοῦ, ποὺ διαρκῶς [θὰ] ἀλλάζει χωρὶς νὰ ὁδηγῆ πουθενά. μιὰ πάγκοινη ἰκανοποίηση συμμετοχῆς σὲ αὐτὴν τὴν ἀλογία θὰ ἀντικαταστήση τὴν φυσικὴ (κι ἄρα ἀπεχθή) ροπὴ τῆς λαλιᾶς καὶ θὰ γίνη ἡ Νέα Γλώσσα: ἕνα μανιακὸ τιτίβισμα ἢ κόασμα. (ἀναλόγως πῶς κατανοεῖ κανεὶς τὸ κλουβί ἢ τὸν βάλτο του.)
   δὲν [θὰ] ὑπάρχουν πιὰ κανόνες, καθὼς ὅλα [θὰ] εἶναι κανονισμένα πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφιβολία. ἕνας Νόμος, μιὰ Γλώσσα, μιὰ Ἐμπειρία: τὸ κοινόν τίποτα, ἡ μεγάλη θαυμαστὴ ἀγορὰ τῶν μορφασμῶν.
   σὲ αὐτὸν τὸν Κόσμο, δὲν [θὰ] ὑπάρχει αὐθεντικὸς χῶρος, μιᾶς καὶ δὲν [θὰ] ὑπάρχουν αὐθεντικὰ ὅρια, νοήματα ἢ μορφές. ἕνα μοναδιαῖο συναίσθημα [θὰ] διοικεῖ τὰ “πάντα”: ἡ ἄγρια ὑπερήφανη χαρὰ τῆς πολύμορφης ἀμορφίας.
...
ἡ Νέα Γεωγραφία λέγεται Ἅδης κι ἐνεργεῖται ἤδη στὰ στήθη τῶν τηλεθεατῶν τοῦ Μεγάλου Ἱπποδρόμου.

:::


New Geography will be jelly: it will be borderless since it will be shapeless. it will be empty of forms, limits or hints. it will be everything and nothing at once. a constant[ly] lighthearted movement.
every lawful subject will be moving into the “space” changing its persona, carrying continually new desires, uttering endlessly recent slogans.
  just as the New Man will not have a conclusive face, so his “place” could not be closed. thou it could not also be open to any horizon; since there will be not any meaning of a horizon any more, when there will be not any path driving somewhere. 
  individual actuality will be reduced to the using up the granted apparels. whatever will remain sealed under the expiated uniform, either will come to oblivion, or will be decaying into the darkness of the mask. 
  presence will be manifested only through the chatter of commonly repeated sayings of a flowing and pointless fashion. a universal satisfaction for the participation in this alogy will replace the natural (and thus repulsive) inclination for speech and will become the New Language: a frantic chirp or croak. (depends how one does understand his cage or swamp.)
  there will be no rules, since everything will be regulated beyond any doubt. one Law, one Language, one Experience: the common nothing, the great and marvelous market of ready-made countenances. 
  there will be no genuine limits, meanings or forms. one single sentiment will govern “everything”: the wild proud joy of multiform formlessness.
...
New Geography is called Hades and it is already active in the hearts of Circus Maximus viewers.

1.6.14

29

ἡ λέξη εἶναι τὸ σάβανο αὐτοῦ ποὺ θέλει ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ πῆ

:::

a word is the shroud of this that it wants to but cannot say

27.5.14

συναίρεση θανάτου.6

τὸ χρῆμα συναιρεῖ τὴν ὅλην ἐμπειρία στὸ μοναδιαῖο τίποτα τῆς αὐθαίρετης ἀξίας του. μὲ αὐτὴν τὴν αὐθάδεια ἐγκαθιστᾶ τὴν πλάνη τῆς ὑπέρβασης τῆς φύσης καὶ δημιουργεῖ τὴν κυρίαρχη ψευδαίσθηση ὅτι τὰ πάντα εἶναι δυνατά. ὁ δρόμος πλέον εἶναι ἀνοιχτὸς ὥστε τὸ ὑποκείμενο νὰ θεωρῆ ὅτι τὰ πάντα [τοῦ] ἐπιτρέπονται χάριν αὐτῆς τῆς παντεπόπτου ἀρχῆς, τῆς αὐθαίρετης ἀξίας, ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρχη μόνο σὰν διαρκὴς ἐπέκταση, ἀποτίμηση, ἀπαλλοτρίωση τῶν φυσικῶν ἰδιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν πραγμάτων.

:::

money annexes the whole experience into the unitary nothingness of its arbitrary value. by this presumption it establishes the scam of outdoing the nature and the prevalent delusion that enerything is possible. the way then is wide open for the subject to believe that everything is permitted [to him] for the sake of this all-embracing principle, the arbitrary value, which can be only as an endless expansion, valuation, expropriation of the natural qualities of man and of things.

24.5.14

συναίρεση θανάτου.5

τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας”
[2Θεσ.2:7]

~

ὁ Νόμος, πρῶτα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν κάθε φορὰ κανονικότητα, καλεῖ σὲ ἀποταγὴ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. αὐτὴ εἶναι πάντα ἡ βαθειὰ κοινὴ ἐπιθυμία τοῦ πλήθους ποὺ τὸ συγκροτεῖ σὲ συλλογικὸ ὑποκείμενο: ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπόρριψης τοῦ ἀφόρητου φορτίου τῆς ἀγάπης· 
ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀταξίας τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν φαντασία τῆς τάξης· ἡ ἀλογία τῆς ἀντήχησης χάλκινων συνθημάτων ἑνὸς πολεμικοῦ πλήθους ποὺ τρέχει πρὸς τὸν χάλκινο ὕπνο του.

... ὁ Νόμος εἶναι ὁ Ἀντίχριστος



:::



For the mystery of iniquity doth already work”  
[2Th.2:7]

~

Law, first and formost of every incidental regularity, calls for the giving up of one's own responsibility. this is always the profound common desire of the multitude; the desire which welds it into a collective subject: the desire to discard the intolerable burden of love; to replace the deviation of life by the fantasy of order; the alogia of a martial throng which resonants brass slogans as it is galloping towards its brass sleep.

... Law is the Antichrist

11.5.14

Κυριακὲς τῶν παραλύτων

"Νέα Ἑλλάδα" λοιπόν. ὅπως λέμε Νέα Ἀρτάκη ἢ Νέα Σεβάστεια ἢ Νέα Χαλκηδόνα. δηλαδὴ ἕνα ὄνομα ἄδειο, ψιλό, ποὺ δηλώνει μόνο τὴν ἀνικανότητά μας (καὶ μάλιστα τὴν ἀπροθυμία μας) νὰ κρατήσουμε τὸ εἶναι μας. ἕνα ὄνομα στὸ μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ἤμασταν καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ εἴμαστε, κι αὐτοῦ ποὺ δὲν θὰ εἴμαστε ποτέ, γιατὶ δὲν μποροῦμε νἄμαστε: ἐπιπολάζοντες στὸ κενό, πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τῆς ἱστορίας: ὑπάρχοντες μόνο σὰν καταναλωτὲς εἰσηγμένων φαντασιώσεων (ἕνας κόσμος ποὺ συγκροτεῖται ἀπὸ ράφια προσφορῶν κι ἐκπτώσεων, ποὺ ἀλίμονό μας ἂν μείνουν ἄδεια).

"Νέα Ἑλλάδα" λοιπόν. ἄρα ἀνάγκη μεγάλη καὶ γιὰ μιὰ νέα Γεωγραφία, μὲ νέα ἀκτογραμμή, νέους ὀρεινοὺς ὁρίζοντες, νέα νεκροταφεῖα καὶ χωματερές. (ἔστω κι ἂν δὲν εἶναι παρὰ μιὰ μουντζούρα πάνω ἀπὸ τὰ παληά, πάνω στὰ παληά.) καὶ βέβαια μιὰ νέα Γλώσσα. τόσο νέα ποὺ δὲν λέει τίποτε. μιὰ γλώσσα χωρὶς περιεχόμενο· τί θαυμαστὴ ἰδέα: μιὰ γλώσσα πάντα ἔτοιμη νὰ υἱοθετῆ τὸ περιεχόμενο τῶν ραφιῶν τοῦ μεγάλου μας μαρκέτου. τί ἄνεση προσφέρει μιὰ τέτοια ἀπουσία εὐθύνης! σὲ κάνει "Νέον ἄνθρωπο". διαρκῶς νέον, διαρκῶς ἄλλον, ποτέ κάποιον. ἕνα λαμπρὸ ἀνδράποδο.
Ζήτω μας!    

26.4.14

...Mt.9:16

στὸ παρελθόν, πρῶτα κουρελιαζόταν τὸ ἔνδυμα (=πολιτισμός/Νόμος), ὕστερα πληγιαζόταν τὸ δέρμα, μὰ τὸ κορμὶ διατηροῦσε ἀρκετὴ ἀκεραιότητα νὰ ὑφάνη καινούργιο ἔνδυμα, νὰ ντύση τὸ πληγωμένο δέρμα καὶ νὰ τοῦ δώση τὴν δυνατότητα νὰ ἐπουλωθῆ σὲ νέον διάλογο μὲ τὴν ζωή.
σήμερα, αὐτὸ ποὺ λυώνει κι ἀποτρίβεται εἶναι οἱ μύες καὶ τὰ κόκκαλα καὶ τὰ σπλάχνα· ἐνῶ τὸ δέρμα διατηρεῖται σὰν πετσὶ νεκρὸ μὰ ὁλόκληρο, ντυμένο ἐνδύματα ἀπείραχτα: ἕνα δέντρο σκεπασμένο κισσούς, σάπιο ὁλότελα μέσα, ἀπὸ τὴν πείνα τοῦ ἥλιου——ὅλο φλοιός, ἔτοιμος νὰ καταρρεύση σὲ μιὰν στιγμὴ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ παρασιτικοῦ κισσοῦ.

(...) ἡ ἀρχαϊκότητα τοῦ “ριζοσπαστικοῦ” πολιτικοῦ φουτουρισμοῦ, τῆς διαφωτιστικῆς εὐθυμίας, ἐκφράζεται στὸν ζῆλο του νὰ καθαρίση τὸν φλοιὸ ἀπ’ τὸν κισσὸ καὶ νὰ τὸν ντύση μὲ λουλούδια· νὰ ξανασκεπάση τὸ νεκρὸ δέρμα μὲ νέα ἐνδύματα, ὅταν κόκκαλα, μύες καὶ σπλάχνα ἤδη τρίβονται σὲ σκόνη καὶ στάχτη ἄψυχη.

:::

in the past, firstly the clothes (=civilization/Law) were being reduced into tatters, then the skin was being wounded, but the body retained enough of its wholeness to fabricate a new garment, to dress the wounded skin and to give to it the chance to be healed up into a new dialogue with the life.
today, what is being consumed and grinded are the muscles and the bones and the life organs; while the skin is being kept as a dead, nevertheless whole, leather, dressed up with intact costumes: a tree which is covered up by ivies, totally rotten inside, out of its hunger for sun——the whole a bark, ready to crumble suddenly out of the load of the parasitic ivy.

(...) the obsoleteness of the “radical” political futurism, of the illuminational gaiety, is manifested by its zeal to purge the bark from the ivy and to dress it up with flowers; to array again the dead skin with new garments, while bones, muscles and guts already are being grinded into dust and lifeless ashes.

11.4.14

συναίρεση θανάτου.4

ἡ “φυσικὴ ἐπιλογὴ” τῆς ἱστορίας τείνει πάντα, κι ἐνάντια στὴν φύση τῶν πραγμάτων, πρὸς κάποια καθολικὴ ἐξουσία, πρὸς κάποια τελικὴ ἑρμηνεία τῆς ὅλης ἀνθρώπινης ἐμπειρίας ποὺ νὰ δικαιώνη αὐτὴν τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπιθυμία της. αὐτὴ ἡ τυφλὴ ὁρμὴ γιὰ κυριαρχία πάνω στὴν ὅλην ὕπαρξη, φενακίζεται σὰν Νόμος καθολικὸς καὶ σὰν Γλώσσα παγκόσμια: σὰν ἑνιαῖο Θέλημα.

ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου ἀναιρεῖ στὸ διηνεκὲς αὐτὴν τὴν βίαιη κι ἀφύσικη συναίρεση, ἀποδίδοντας ὁριστικὰ στὸ ἀνθρώπινο κορμὶ τὴν φυσική του δυνατότητα νὰ μιλᾶ αὐθεντικὰ στὴν προσωπική του διάλεκτο· κάνοντας ἔτσι τὸν ὅποιον Νόμο ἄθυρμα ἐφήμερο στὰ χέρια νηπίου ποὺ ἀκόμη βαβίζει.
ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σαρκωμένου Λόγου βεβαιώνει ὅτι ἡ συναίρεση τοῦ Νόμου δὲν ἔχει ἐξουσία πάνω σὲ ἕνα κορμὶ ποὺ ἀνέλαβε τὸν σταυρὸ τῆς ἐλευθερίας νὰ μιλᾶ μὲ τὸν προσωπικὸ τρόπο τῆς φύσης του, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης χωρὶς ὅρια, ἐνάντια σὲ κάθε ἐξουσία, σὲ κάθε ἀναγωγή.

:::

history’s “natural selection” is always, and against the nature of the things, aiming at a certain universal rule, at a final judgment of the whole human experience that will justify this rule and its desire. this blind urge for dominion over the whole being, cheats itself as a universal Law and as a global Language: as an integrated Will.

the Incarnation of Logos annuls forever this violent and preposterous annex, by giving definitively back to the human body its natural potentiality to speak genuinely in its personal dialect; making, so, any Law a bauble at the hands of a babbling toddler.
the Resurection of Incarnated Logos affirms that the totalizing synaeresis of the Law has no power over a body which bears the cross of freedom to speak the personal manner of its nature, the manner of boundless love, against any authority, any reduction.

28.3.14

συναίρεση θανάτου.3

Νόμος: τὸ βασίλειο τῆς μοναξιᾶς,
...
ὅπου ὁ διάλογος εἶναι μόνο ἐσωτερικός, ἐνοχικός.

:::

Law: the kingdom of solitude;
...
where dialogue is only inner, remorseful

13.3.14

συναίρεση θανάτου.2

τὸ τελικὸ στάδιο τοῦ Νόμου εἶναι ἡ ἀνομία,
ἡ κατάλυση κάθε ὀχυροῦ τῆς συνείδησης,
ἡ καθολικὴ ἀνεστιότητα.

::: 

the final state of the Law is anomy,
the dissolution of every bastion of consciousness,
the total homelessness.

21.2.14

συναίρεση θανάτου [~1Κορ.13:1]

στὴν καρδιά τοῦ Νόμου ὑπάρχει μία διοικούσα ἐπιθυμία: ἡ γλωσσικὴ Τάξη. ὅπου Τάξη εἶναι ἡ ὑποταγὴ κάθε πιθανοῦ νοήματος στὸ κυρίαρχο νόημα τοῦ Νόμου· στὴν ἀπαίτησή ὅλα τὰ ὑποκείμενά τοῦ Νόμου νὰ ἀναγνωρίσουν σὰν μοναδικὰ ἔγκυρη ἐμπειρία τὴν ἐμπειρία του. πράγμα ἀδύνατον ὅσο ἡ γλώσσα ἀποκαλύπτει τὴν ἀχαλίνωτη ζωή της καὶ τὴν ἀπορητική της φύση μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, θάλλοντας διαρκῶς νέους διαλεκτικοὺς τρόπους νὰ φωτίζουν τὴν ἐμπειρία τῆς ἐλευθερίας τῆς ὕπαρξης.
διαρκὴς λοιπὸν στόχος τοῦ Νόμου εἶναι νὰ ἐγκαθιδρύση στὸ κέντρο τοῦ Κράτους του μία καὶ μοναδικὴ καὶ ἀδιαμφισβήτητη διάλεκτο——μία ἑνογλωσσία. μιὰ τέτοια διάλεκτος εἶναι κατ’ ἀνάγκη μιὰ παγωμένη διάλεκτος, μιὰ πετρωμένη συναίρεση· καὶ σὰν τέτοια, μιὰ διάλεκτος ποὺ ἀρνεῖται τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία, τὴν δυνατότητα τῆς ἐμπειρίας ἐντέλει.
αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος. ἕνας θάνατος ποὺ διοικεῖ τὸν ἰστὸ τῶν σχέσεων τοῦ πλήθους. (πλήθους ἐμβίων πολιτικῶν ὑποκειμένων——ἕνας θάνατος εἰρωνικός.) ἡ φυσικὴ πολυειδία αὐτῶν τῶν σχέσων, ὑποταγμένη στὴν μονοσήμαντη ἀνοησία τῆς γλωσσικῆς Τάξης, δίνει στὶς ὁμιλοῦσες πολιτικὲς μονάδες τὴν ψευδαίσθηση τῆς πολιτικῆς δυνατότητας· δικαιώνει τὴν κενὴ ἐλπίδα τῆς κυριαρχίας. ὅμως, σὲ αὐτὴν τὴν πόλη-φάντασμα, τελικὸς καὶ μοναδικὸς κυρίαρχος δὲν μπορεῖ εἶναι κάποιο πρόσωπο ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἀειδὴς Νόμος. δηλαδὴ ὁ θάνατος.

:::


at the heart of the Law it lies a single governing desire: the linguistic Order. where Order is the subjugation of every potential meaning under the Law’s ruling meaning; under the demand that everyone subjected to the Law has to recognize Law’s experience as the only valid experience. this is impossible as long as language reveals her uninhibited life and her aporetic nature into the hearts of people, by her endlessly bloomming of new dialect modes which disclose the experience of the existence’s freedom.
therefore, continuous aim of the Law is to establish at the center of its State a single and uncontested dialect. inevitably, such a dialect is a frozen dialect, a petrified unification; and as such, it is a dialect which denies the personal experience, the potentiality of experience finally. 
this is death. a death which governs the public’s net of relations. (a public of alive political subjects——an ironic death.) the natural diversity of forms of these relations, subjugated to monadic folly of this linguistic Order, gives to the talking political units the illusion of political potentiality; it justifies the empty hope of dominion. nevertheless, in this ghost city, the ultimate lord and king cannot be any person but this faceless Law. that is death.

31.12.13

κρονολῆρος

κόκκος βαφέως ὁ ἄνθρωπος
(:)
τὸν μπογιατζὴ τὸν λένε Κρόνο, νῆμα του ἡ φύση

:::

a dyer's kermesberry, the man
(:)
the painter is called Kronos; the nature is his yarn

19.12.13

αὐγάζειν.4

ἡ θεοφάνια ἦταν πάντα μιὰ ἔκπληξη ἐκτάκτου μεγέθους καί, σὰν τέτοια, ἀλλοίωνε τὶς συνειδήσεις τῶν πασχόντων την μὲ τὴν ὀμορφιά καὶ τὸ νόημα ποὺ αὐτὴ φώτιζε τὰ πράγματα. (τὸ νόημα τους συνίστατο σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὀμορφιά.)
ὅμως παρέμενε πάντα μιὰ ἔκπληξη ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ αὐτὴ ὀμόρφαινε καὶ νοηματοδοτοῦσε. ἔτσι, ἂν καὶ γινόταν ἡ ἀφορμὴ νὰ φανερωθῆ ὁ λόγος τῶν πραγμάτων, αὐτὸς ὁ λόγος ἦταν μυθικός, γιὰ πάντα ξένος ἀπὸ τὴν κοινὴ ἐμπειρία——τὴν μόνη κοινωνήσιμη ἐμπειρία.
~
ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου ἦρθε νὰ καταργήση τὴν δουλεία τοῦ μύθου·
νὰ καταστήση τὴν ὀμορφιά διαρκές, ἀνεξίτηλο καὶ καθολικὰ κοινωνήσιμο ἰδίωμά τοῦ κόσμου στὶς συνειδήσεις ποὺ θὰ ἀνοίγονταν στὴν ταπείνωσή του·
νὰ ἀποδώση στὰ πράγματα τὸ φυσικό τους νόημα.
ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου εἶναι ἡ Ἔκπληξη ἀπὸ ὅπου πηγάζει κάθε ἔκπληξη. 

ὅσοι, ἔκτοτε, σφετερίζονται τὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς Ἔκπληξης γιὰ νὰ χτίσουν ἱεραρχικὲς δομές, προσπαθοῦν νὰ νεκραναστήσουν τὸν μύθο καὶ νὰ φυλακίσουν τὶς συνειδήσεις στὰ δεσμὰ τῆς ἰδιοτέλειας καὶ τῆς ἀνάγκης. κλήρα τους εἶναι ἡ ἀσχήμια χωρὶς τέλος. γιατὶ ὁ νομικὸς μύθος εἶναι ἡ τάξη τοῦ σκοταδιοῦ, καὶ στὸ σκοτάδι δὲν στέκεται καμμιὰ ὀμορφιά, μόνο σκιές. 

:::

theophany was always a wonder of an extraordinary magnitude and, as such, altered the consciousnesses who were undergone the beauty and the meaning she lighted the things. (their meaning consisted in this very beauty.)
yet she ever remained a wonder beyond this world she beautified and signified. so, although she was being the motive to be the logos of the things reveled, this logos was mythic, forever alien to the common experience——the only partakable experience.
~
the Incarnation of Logos came to put an end to the slavery of the myth;
to establish beauty as the lasting, unfading and universally participative quality of the world for these consciousnesses who would open themselves to his humility;
to attribute to things their natural meaning.
the Incarnation of Logos is the Wonder from which every wonder is issued. 

since then, they who usurp the name of this Wonder in order to establish hierarchical orders, seek to resuscitate the myth and to restrain the consciousnesses with the bonds of selfishness and of necessity. their lot is ugliness without end. for the legal myth is the order of darkness, and in the dark cannot stand any beauty; only shadows.

20.10.13

'ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν... ὅτι ψεύστης ἐστίν' (Jn.8:44)

οἱ μόνες ἀληθινὲς παραπομπὲς εἶναι τὰ βλέμματα ποὺ μᾶς κοιτᾶνε:
ἡ συμπάθεια τοῦ φίλου ποὺ ζητᾶ τὴν συνομιλία μας,
ἡ ἀντιπάθεια τοῦ ἐχθροῦ ποὺ ἐλπίζει στὴν κατίσχυση τῆς φαντασίας του,
μὰ πάν'ἀπ'ὅλα, ἡ ματιὰ τοῦ παιδιοῦ ποὺ ἀποζητᾶ τὴν δικαίωση τοῦ παρόντος στὴν παρουσία τοῦ ἐνήλικου προσωπικοῦ παρελθόντος.
ἕνας ἀπόλυτα ἰδιωτικὸς λόγος εἶναι ὀνείρωξη σκιᾶς· 
ἕνας ἀσύστολα παραπεμπτικὸς λόγος ἢ θὰ κρύβη ἕνα μαραζωμένο πρόσωπο, ἢ θὰ τὸ ἀκυρώνη τελεσίδικα.
καὶ τὰ δυὸ γεννᾶνε θάνατο——εἴτε αὐτὸν τῆς ἀγορᾶς εἴτε αὐτὸν τῆς ἐξουσίας——καὶ τὰ δυὸ ὄζουν.

{...} γιὰ νὰ ὑποστηρίζη ὁ λόγος τὸ πρόσωπο χρειάζεται μιὰν υἱϊκὴ ἀναφορὰ σὲ ἕναν προσωπικὸ Λόγο, δηλαδή, σὲ μιὰν ζωντανὴ Ἀλήθεια, σὲ μιὰν ἀληθινὴ Ζωή. μιὰ τέτοια ἀναφορὰ δὲν εἶναι οὔτε ἰδιωτική, οὔτε κοινωνική. (καταχρηστικά——ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση τῆς ταχύτατης ἐκτροπῆς στὴν ἀνοησία, ποὺ μαστίζει ἕναν κόσμο ὑπερήφανα ὑποταγμένων, σὰν τὸν δικό μας——τὴν ὀνομάζω φυσική.)

::: 

the only true quotations are the gazes that look at us:
a friend's empathy which looks for our talk;
an enemy's antipathy which hopes for his fantasy's prevalence;
but above all, child's eye which longs for the justification of the present through the presence of the adult personal past.
a totally particular word is a wet dream of a shadow;
a shamelessly quoting word either it will disguise a decayed face, or it will definitively cancel it.
both bear death——whether this of the market or this of the power——both stink.

{...} the word, in order to support the self, needs a filial referral to a personal Word, that is, to a living Truth, to a true Life. such a referral it is neither private nor social. (i shall call it, in an undue manner——having full awareness of the hasty diversion towards folly, which plagues a world of proudly subjugated ones, as our own one——natural.)