11.4.14

συναίρεση θανάτου.4

ἡ “φυσικὴ ἐπιλογὴ” τῆς ἱστορίας τείνει πάντα, κι ἐνάντια στὴν φύση τῶν πραγμάτων, πρὸς κάποια καθολικὴ ἐξουσία, πρὸς κάποια τελικὴ ἑρμηνεία τῆς ὅλης ἀνθρώπινης ἐμπειρίας ποὺ νὰ δικαιώνη αὐτὴν τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπιθυμία της. αὐτὴ ἡ τυφλὴ ὁρμὴ γιὰ κυριαρχία πάνω στὴν ὅλην ὕπαρξη, φενακίζεται σὰν Νόμος καθολικὸς καὶ σὰν Γλώσσα παγκόσμια: σὰν ἑνιαῖο Θέλημα.

ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου ἀναιρεῖ στὸ διηνεκὲς αὐτὴν τὴν βίαιη κι ἀφύσικη συναίρεση, ἀποδίδοντας ὁριστικὰ στὸ ἀνθρώπινο κορμὶ τὴν φυσική του δυνατότητα νὰ μιλᾶ αὐθεντικὰ στὴν προσωπική του διάλεκτο· κάνοντας ἔτσι τὸν ὅποιον Νόμο ἄθυρμα ἐφήμερο στὰ χέρια νηπίου ποὺ ἀκόμη βαβίζει.
ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σαρκωμένου Λόγου βεβαιώνει ὅτι ἡ συναίρεση τοῦ Νόμου δὲν ἔχει ἐξουσία πάνω σὲ ἕνα κορμὶ ποὺ ἀνέλαβε τὸν σταυρὸ τῆς ἐλευθερίας νὰ μιλᾶ μὲ τὸν προσωπικὸ τρόπο τῆς φύσης του, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης χωρὶς ὅρια, ἐνάντια σὲ κάθε ἐξουσία, σὲ κάθε ἀναγωγή.

:::

history’s “natural selection” is always, and against the nature of the things, aiming at a certain universal rule, at a final judgment of the whole human experience that will justify this rule and its desire. this blind urge for dominion over the whole being, cheats itself as a universal Law and as a global Language: as an integrated Will.

the Incarnation of Logos annuls forever this violent and preposterous annex, by giving definitively back to the human body its natural potentiality to speak genuinely in its personal dialect; making, so, any Law a bauble at the hands of a babbling toddler.
the Resurection of Incarnated Logos affirms that the totalizing synaeresis of the Law has no power over a body which bears the cross of freedom to speak the personal manner of its nature, the manner of boundless love, against any authority, any reduction.

28.3.14

συναίρεση θανάτου.3

Νόμος: τὸ βασίλειο τῆς μοναξιᾶς,
...
ὅπου ὁ διάλογος εἶναι μόνο ἐσωτερικός, ἐνοχικός.

:::

Law: the kingdom of solitude;
...
where dialogue is only inner, remorseful

13.3.14

συναίρεση θανάτου.2

τὸ τελικὸ στάδιο τοῦ Νόμου εἶναι ἡ ἀνομία,
ἡ κατάλυση κάθε ὀχυροῦ τῆς συνείδησης,
ἡ καθολικὴ ἀνεστιότητα.

::: 

the final state of the Law is anomy,
the dissolution of every bastion of consciousness,
the total homelessness.

21.2.14

συναίρεση θανάτου [~1Κορ.13:1]

στὴν καρδιά τοῦ Νόμου ὑπάρχει μία διοικούσα ἐπιθυμία: ἡ γλωσσικὴ Τάξη. ὅπου Τάξη εἶναι ἡ ὑποταγὴ κάθε πιθανοῦ νοήματος στὸ κυρίαρχο νόημα τοῦ Νόμου· στὴν ἀπαίτησή ὅλα τὰ ὑποκείμενά τοῦ Νόμου νὰ ἀναγνωρίσουν σὰν μοναδικὰ ἔγκυρη ἐμπειρία τὴν ἐμπειρία του. πράγμα ἀδύνατον ὅσο ἡ γλώσσα ἀποκαλύπτει τὴν ἀχαλίνωτη ζωή της καὶ τὴν ἀπορητική της φύση μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, θάλλοντας διαρκῶς νέους διαλεκτικοὺς τρόπους νὰ φωτίζουν τὴν ἐμπειρία τῆς ἐλευθερίας τῆς ὕπαρξης.
διαρκὴς λοιπὸν στόχος τοῦ Νόμου εἶναι νὰ ἐγκαθιδρύση στὸ κέντρο τοῦ Κράτους του μία καὶ μοναδικὴ καὶ ἀδιαμφισβήτητη διάλεκτο——μία ἑνογλωσσία. μιὰ τέτοια διάλεκτος εἶναι κατ’ ἀνάγκη μιὰ παγωμένη διάλεκτος, μιὰ πετρωμένη συναίρεση· καὶ σὰν τέτοια, μιὰ διάλεκτος ποὺ ἀρνεῖται τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία, τὴν δυνατότητα τῆς ἐμπειρίας ἐντέλει.
αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος. ἕνας θάνατος ποὺ διοικεῖ τὸν ἰστὸ τῶν σχέσεων τοῦ πλήθους. (πλήθους ἐμβίων πολιτικῶν ὑποκειμένων——ἕνας θάνατος εἰρωνικός.) ἡ φυσικὴ πολυειδία αὐτῶν τῶν σχέσων, ὑποταγμένη στὴν μονοσήμαντη ἀνοησία τῆς γλωσσικῆς Τάξης, δίνει στὶς ὁμιλοῦσες πολιτικὲς μονάδες τὴν ψευδαίσθηση τῆς πολιτικῆς δυνατότητας· δικαιώνει τὴν κενὴ ἐλπίδα τῆς κυριαρχίας. ὅμως, σὲ αὐτὴν τὴν πόλη-φάντασμα, τελικὸς καὶ μοναδικὸς κυρίαρχος δὲν μπορεῖ εἶναι κάποιο πρόσωπο ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἀειδὴς Νόμος. δηλαδὴ ὁ θάνατος.

:::


at the heart of the Law it lies a single governing desire: the linguistic Order. where Order is the subjugation of every potential meaning under the Law’s ruling meaning; under the demand that everyone subjected to the Law has to recognize Law’s experience as the only valid experience. this is impossible as long as language reveals her uninhibited life and her aporetic nature into the hearts of people, by her endlessly bloomming of new dialect modes which disclose the experience of the existence’s freedom.
therefore, continuous aim of the Law is to establish at the center of its State a single and uncontested dialect. inevitably, such a dialect is a frozen dialect, a petrified unification; and as such, it is a dialect which denies the personal experience, the potentiality of experience finally. 
this is death. a death which governs the public’s net of relations. (a public of alive political subjects——an ironic death.) the natural diversity of forms of these relations, subjugated to monadic folly of this linguistic Order, gives to the talking political units the illusion of political potentiality; it justifies the empty hope of dominion. nevertheless, in this ghost city, the ultimate lord and king cannot be any person but this faceless Law. that is death.

31.12.13

κρονολῆρος

κόκκος βαφέως ὁ ἄνθρωπος
(:)
τὸν μπογιατζὴ τὸν λένε Κρόνο, νῆμα του ἡ φύση

:::

a dyer's kermesberry, the man
(:)
the painter is called Kronos; the nature is his yarn

19.12.13

αὐγάζειν.4

ἡ θεοφάνια ἦταν πάντα μιὰ ἔκπληξη ἐκτάκτου μεγέθους καί, σὰν τέτοια, ἀλλοίωνε τὶς συνειδήσεις τῶν πασχόντων την μὲ τὴν ὀμορφιά καὶ τὸ νόημα ποὺ αὐτὴ φώτιζε τὰ πράγματα. (τὸ νόημα τους συνίστατο σὲ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ὀμορφιά.)
ὅμως παρέμενε πάντα μιὰ ἔκπληξη ἔξω ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ αὐτὴ ὀμόρφαινε καὶ νοηματοδοτοῦσε. ἔτσι, ἂν καὶ γινόταν ἡ ἀφορμὴ νὰ φανερωθῆ ὁ λόγος τῶν πραγμάτων, αὐτὸς ὁ λόγος ἦταν μυθικός, γιὰ πάντα ξένος ἀπὸ τὴν κοινὴ ἐμπειρία——τὴν μόνη κοινωνήσιμη ἐμπειρία.
~
ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου ἦρθε νὰ καταργήση τὴν δουλεία τοῦ μύθου·
νὰ καταστήση τὴν ὀμορφιά διαρκές, ἀνεξίτηλο καὶ καθολικὰ κοινωνήσιμο ἰδίωμά τοῦ κόσμου στὶς συνειδήσεις ποὺ θὰ ἀνοίγονταν στὴν ταπείνωσή του·
νὰ ἀποδώση στὰ πράγματα τὸ φυσικό τους νόημα.
ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου εἶναι ἡ Ἔκπληξη ἀπὸ ὅπου πηγάζει κάθε ἔκπληξη. 

ὅσοι, ἔκτοτε, σφετερίζονται τὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς Ἔκπληξης γιὰ νὰ χτίσουν ἱεραρχικὲς δομές, προσπαθοῦν νὰ νεκραναστήσουν τὸν μύθο καὶ νὰ φυλακίσουν τὶς συνειδήσεις στὰ δεσμὰ τῆς ἰδιοτέλειας καὶ τῆς ἀνάγκης. κλήρα τους εἶναι ἡ ἀσχήμια χωρὶς τέλος. γιατὶ ὁ νομικὸς μύθος εἶναι ἡ τάξη τοῦ σκοταδιοῦ, καὶ στὸ σκοτάδι δὲν στέκεται καμμιὰ ὀμορφιά, μόνο σκιές. 

:::

theophany was always a wonder of an extraordinary magnitude and, as such, altered the consciousnesses who were undergone the beauty and the meaning she lighted the things. (their meaning consisted in this very beauty.)
yet she ever remained a wonder beyond this world she beautified and signified. so, although she was being the motive to be the logos of the things reveled, this logos was mythic, forever alien to the common experience——the only partakable experience.
~
the Incarnation of Logos came to put an end to the slavery of the myth;
to establish beauty as the lasting, unfading and universally participative quality of the world for these consciousnesses who would open themselves to his humility;
to attribute to things their natural meaning.
the Incarnation of Logos is the Wonder from which every wonder is issued. 

since then, they who usurp the name of this Wonder in order to establish hierarchical orders, seek to resuscitate the myth and to restrain the consciousnesses with the bonds of selfishness and of necessity. their lot is ugliness without end. for the legal myth is the order of darkness, and in the dark cannot stand any beauty; only shadows.

20.10.13

'ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν... ὅτι ψεύστης ἐστίν' (Jn.8:44)

οἱ μόνες ἀληθινὲς παραπομπὲς εἶναι τὰ βλέμματα ποὺ μᾶς κοιτᾶνε:
ἡ συμπάθεια τοῦ φίλου ποὺ ζητᾶ τὴν συνομιλία μας,
ἡ ἀντιπάθεια τοῦ ἐχθροῦ ποὺ ἐλπίζει στὴν κατίσχυση τῆς φαντασίας του,
μὰ πάν'ἀπ'ὅλα, ἡ ματιὰ τοῦ παιδιοῦ ποὺ ἀποζητᾶ τὴν δικαίωση τοῦ παρόντος στὴν παρουσία τοῦ ἐνήλικου προσωπικοῦ παρελθόντος.
ἕνας ἀπόλυτα ἰδιωτικὸς λόγος εἶναι ὀνείρωξη σκιᾶς· 
ἕνας ἀσύστολα παραπεμπτικὸς λόγος ἢ θὰ κρύβη ἕνα μαραζωμένο πρόσωπο, ἢ θὰ τὸ ἀκυρώνη τελεσίδικα.
καὶ τὰ δυὸ γεννᾶνε θάνατο——εἴτε αὐτὸν τῆς ἀγορᾶς εἴτε αὐτὸν τῆς ἐξουσίας——καὶ τὰ δυὸ ὄζουν.

{...} γιὰ νὰ ὑποστηρίζη ὁ λόγος τὸ πρόσωπο χρειάζεται μιὰν υἱϊκὴ ἀναφορὰ σὲ ἕναν προσωπικὸ Λόγο, δηλαδή, σὲ μιὰν ζωντανὴ Ἀλήθεια, σὲ μιὰν ἀληθινὴ Ζωή. μιὰ τέτοια ἀναφορὰ δὲν εἶναι οὔτε ἰδιωτική, οὔτε κοινωνική. (καταχρηστικά——ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωση τῆς ταχύτατης ἐκτροπῆς στὴν ἀνοησία, ποὺ μαστίζει ἕναν κόσμο ὑπερήφανα ὑποταγμένων, σὰν τὸν δικό μας——τὴν ὀνομάζω φυσική.)

::: 

the only true quotations are the gazes that look at us:
a friend's empathy which looks for our talk;
an enemy's antipathy which hopes for his fantasy's prevalence;
but above all, child's eye which longs for the justification of the present through the presence of the adult personal past.
a totally particular word is a wet dream of a shadow;
a shamelessly quoting word either it will disguise a decayed face, or it will definitively cancel it.
both bear death——whether this of the market or this of the power——both stink.

{...} the word, in order to support the self, needs a filial referral to a personal Word, that is, to a living Truth, to a true Life. such a referral it is neither private nor social. (i shall call it, in an undue manner——having full awareness of the hasty diversion towards folly, which plagues a world of proudly subjugated ones, as our own one——natural.)

5.10.13

ἡ τετριμμένη καθημερινότητα τοῦ ἱπποδρόμου τῆς Μεγιδῶ

στὸ διαρκὲς θέατρο, μετὰ τὴν σκηνὴ "λατρευτικὴ ἀποθέωση τοῦ θανάτου", ἀκολουθεῖ τὸ σύντομο διάλειμμα "νόμος καὶ τάξη", ἐνῶ οἱ θεατρίνοι ἐτοιμάζονται γιὰ τὴν σκηνὴ "ἕνας ἀκόμη Ἀρμαγεδών".

(ἐδῶ τὸ πρόγραμμα τῆς παράστασης.)

:::

in the ceaseless theater, after the act "worshipped apotheosis of death", follows the short intermission "law and order"; meanwhile, the actors prepare themselves for the act "one more Armageddon".

(here the program.)  

19.9.13

ὁ καλὸς ἄνθρωπος: τὸ σκοτάδι ποὺ μᾶς περιτριγυρίζει

Ἀγαπητέ μου φίλε, καιρὸ τώρα ἤθελα νὰ σοῦ γράψω τὸ παρακάτω σχόλιο, ἀλλὰ ὅλο τὸ ἀνέβαλλα. κι ἦρθε ἡ δολοφονία τοῦ Παύλου Φ. νὰ μὲ βιάση νὰ μιλήσω. μὰ πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴν δολοφονιὰ——γιατὶ αὐτὴ καθεαυτὴ μάλλον στὴν σιωπὴ μὲ καλλοῦσε——εἶναι ὁ βόθρος τοῦ ψεύδους ποὺ τὴν ἀκολούθησε καὶ τὴν συνεχίζει.
...
Θέλω νὰ ξέρης ὅτι τὸ μαχαίρι ποὺ ἔσφαξε τὸν Παῦλο τὸ κρατοῦσαν τρία χέρια: τοῦ δράστη καὶ δυὸ ἄλλων. οἱ δυὸ ἄλλοι εἶναι φαντάσματα, ποὺ χωρὶς αὐτὰ ὁ δράστης θἄταν ἀνίκανος ὄχι μόνο νὰ δράση ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμφανιστῆ κἂν στὸ προσκήνιο. τὸ παράδοξο, ποὺ ἐδῶ θὰ ὑποστηρίξω, εἶναι ὅτι ἡ εὐθύνη στὰ τρία πρόσωπα κατανέμεται ἀντιστρόφως ἀνάλογα τῆς συμμετοχῆς τους στὸ ἔγκλημα. κι ὅταν λέω εὐθύνη, φυσικὰ ἐννοῶ τὴν πραγματικὴ εὐθύνη, τὴν πνευματική, κι ὄχι τὴν νομική, τοῦ νόμου τους.
Τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ δύο φαντάσματα εἶναι αὐτὸ ποὺ ὅπλισε τὸ χέρι τοῦ δράστη. εἶναι ὁ ἀχρεῖος ἰσχυρὸς τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἐξουσίας ποὺ χρηματοδοτεῖ καὶ προστατεύει τὸ λυσσασμένο σκυλὶ ποὺ θὰ φτάση ἐκεῖ ποὺ ὁ νόμος του δὲν τοῦ τὸ ἐπιτρέπει γιὰ νὰ τρομοκρατήση ὅποιον ἀμφισβητεῖ τὴν σκοτεινὴ καθέδρα του, τὸν θρόνο τῆς ἀκαθαρσίας του. ἀλλὰ εἶναι κι ὁ ἐκφυλισμένος μικροαστὸς ποὺ τρέφεται ἀπὸ τὰ ἀποφάγια τοῦ αἰσχροῦ τους δείπνου κι ἀνησυχεῖ μὴν καὶ κανεὶς διακόψει τὸ φαγοπότι τῶν ἀφεντικῶν του καὶ χάσει κι αὐτὸς τὸ μερδικό του.
Τὸ δεύτερο φάντασμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐδῶ θέλω νὰ σοῦ μιλήσω, εἶναι ὁ "καλὸς ἄνθρωπος", ὁ μεγάλος ἔνοχος, ὁ πρῶτος καὶ ἔσχατος ἔνοχος.
Ἂν ὁ δράστης εἶναι ἡ νεκρωμένη συνείδηση, ὁ ἀποχτηνωμένος ἄνθρωπος· ἂν ὁ δεύτερος, ὁ συνεργός, εἶναι ἡ διεστραμμένη συνείδηση, ἡ ἰδιοτελὴς ὕαινα· ὁ τρίτος, ὁ "ἀθῶος τοῦ αἵματος τούτου", εἶναι ἡ ἥσυχη συνείδηση——τόσο ἥσυχη ποὺ σχεδὸν δὲν ἀναπνέει——, ὁ ἰδιωτικὰ δίκαιος. ὁ καλὸς ἄνθρωπος εἶναι τίμιος στὴν ἐργασία του καὶ στὶς ἀναγκαῖες κοινωνικές του συναναστροφές. δὲν ἀπεκόμισε ποτὲ πονηρὸ πλοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν στάθηκε ποτὲ ἀπέναντι στὴν πονηριὰ τοῦ πλούτου γύρω του ποὺ διέφθειρε τοὺς διπλανούς του. τοῦ ἀρκεῖ ἡ ἐσωτερικὴ ἰκανοποίηση τῆς προσωπικῆς του τιμιότητας. ἄλλωστε φροντίζει νὰ μοιράζεται τὴν φιλία του μόνο μὲ ἄλλους καλοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ παρηγοροῦν ἀλλήλους μὲ τὴν καλωσύνη τους μέσα σὲ ἕναν κόσμο διεφθαρμένο. βέβαια, μέσα του, πολὺ βαθιά, περιφρονεῖ τὴν διαφθορὰ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ αὐτὸς εἶναι πάνω καὶ πέρα ἀπὸ πολιτικὰ ἐνδιαφέροντα. ἡ πολιτικὴ ἐνασχόληση προδίδει ἦθος ἀγοραῖο καὶ εἴτε κρύβει ἰδιοτέλεια εἴτε πνεῦμα ἀνταρσίας καὶ ἀνομίας. ἡ ζωὴ τοῦ καλοῦ ἀνθρώπου διέπεται μόνο άπὸ ἕναν νόμο: αὐτὸν τῆς τιμιότητας καὶ τῆς τάξης. ὄχι, δὲν εἶναι ἀδιάφορος καὶ ἐγωπαθής. εἶναι αὐθεντικὰ καλός. βοηθᾶ συνανθρώπους ποὺ εἶναι ἐμπερίστατοι, προτιμᾶ νὰ χάση παρὰ νὰ ἀδικήση, δὲν ἀντεκδικεῖται τὴν ἀδικία ποὺ τοῦ γίνεται, κλαίει μετὰ κλαιόντων καὶ χαίρει μετὰ χαιρόντων. ὅμως πάντα ἀπὸ ἀπόσταση. δὲν συγχρωτίζεται ποτὲ μὲ τὰ ἀντικείμενα τῆς συμπαθείας του. δὲν κάνει ποτὲ τὴν ζωή τους ζωή του. κάτι τέτοιο θἄταν πολιτική. θὰ τὸν ἐξανάγκαζε νὰ μετάσχη τῶν παθῶν τους μὲ κίνδυνο νὰ χάση τὴν ἀπάθειά του. θὰ ἐξέπεφτε τῆς ἠθικῆς του ἀνοσίας. ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο τοῦ προκαλεῖ ὑπαρξιακὸ τρόμο. γιὰ αὐτὸ κι ἂν κάτι ἀληθεινὰ φοβᾶται κι ἀποστρέφεται, πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴν διαφθορὰ τῶν ἰσχυρῶν καὶ τὴν βαρβαρότητα τῶν ὑπαλλήλων τους, εἶναι ἡ ἀμφισβήτηση τῆς πολιτικῆς τάξης. (ἀδιάφορα ποιὰ εἶναι αὐτή, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχη.) ἐκεῖ μπορεῖ νὰ γίνη πολὺ σκληρὸς. ἄλλωστε ἡ ἠθική του ἐπάρκεια τοῦ ἐπιτρέπει νὰ εἶναι πολὺ σκληρός ἀπέναντι στὴν ἀταξία. ὅσο φιλάνθρωπος καὶ νἄναι δὲν ξεχνᾶ ὅτι ἡ φτώχεια εἶναι πάντα προϊὸν εἴτε τῆς τεμπελιᾶς εἴτε τῆς κακοήθειας. ἡ δικαιοσύνη του τοῦ ἐπιτρέπει νὰ γνωρίζη ὅτι ἡ τυραννίδα εἶναι κακὸ προτιμώτερο τῆς ἀναρχίας. ἡ εὐθυκρισία του τὸν βοηθᾶ νὰ διακρίνη ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἱεραρχία τὸν προστατεύει ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ἀνασφάλεια.
Σὲ ἀκούω ἤδη νὰ μουρμουρίζης ὅτι σοῦ περιγράφω ἕναν ὑποκριτὴ καὶ ὄχι ἕναν καλὸν ἄνθρωπο. ὄχι! μιλῶ σοβαρά. εἶναι πραγματικὰ καλός. τὸ πιστεύει καὶ προσπαθεῖ γιὰ αὐτό. μόνο πού, ὅπως σοῦ εἶπα παραπάνω, ἡ συνείδησή του ἔχει ἡσυχάσει τόσο πολὺ ἀπὸ τὴν ἰδιωτική του καλωσύνη ποὺ ἴσα ποὺ ἀναπνέει. θὰ μοῦ πῆς, βέβαια, ἂν εἶναι πράγματι τόσο καλὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἀνταποκρίνεται κάπως στὴν γενικευμένη χυδαιότητα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἀδικίας. ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ τεράστια ἐνοχή του: ἀνταποκρίνεται. ἀλλὰ πῶς; ὄχι σὰν δρῶν καὶ ὑπεύθυνο πρόσωπο (κάτι τέτοιο τοῦ τὸ ἀπαγορεύει ἡ ἡθική του ἀποστροφὴ πρὸς τὴν πολιτικὴ ζωή), ἀλλὰ θρηνῶντας. ὁ πολιτισμὸς τοῦ καλοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρῆνος. τὸ μοιρολόγι γιὰ τὴν ἔκπτωση τῶν ἄλλων. μοιρολογεῖ τὸν θάνατο τοῦ ἠθικοῦ του ὀνείρου καὶ τὸ μοιρολόγι του προσελκύει καὶ τοὺς ἄλλους καλοὺς ἀνθρώπους καὶ μοιρολογοῦν ὅλοι μαζί καὶ μοιρολογῶντας βεβαιώνονται ὅτι τὸ ὄνειρο ἦταν ἀληθεινό καὶ τὸ μοιρολόγι δίκαιο. κι αὐτὸ τὸ μοιρολόγι τρέφει τοὺς ἄδικους δυνατοὺς νὰ ὁπλίσουν τοὺς φονιάδες τους νὰ σφάξουν ὅσους σηκώσαν κεφάλι ἀπένατι στὴν ἀδικία... ὑπακούοντας στὸ κάλεσμα τοῦ μοιρολογιοῦ ποὺ θρηνοῦσε γιὰ τὴν ἀδικία. μετὰ τὸ φονικό, οἱ καλοὶ ἄνθρωποι θὰ θρηνήσουν καὶ γιὰ τὸ παραστρατημένο θύμα ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ διακρίνη τὴν δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν ἀνυπακοὴ καὶ γιὰ τὸν φονιὰ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ διακρίνη τὴν ὑπακοὴ ἀπὸ τὴν ἀδικία.
Ὁ καλὸς ἄνθρωπος, φίλε μου καλέ, εἶναι ἕνα σκοτάδι ποὺ μᾶς τριγυρίζει ἀσφυκτικά, κι ἀναπαράγει τὸν θάνατο μὲ τρόπο τόσο δαιμονικὰ τέλειο ποὺ οὔτε ὁ χειρότερος φονιᾶς οὔτε ὁ πιὸ διεστραμμένος ἐντολέας του θὰ πετύχαιναν ποτέ. καὶ ταυτόχρονα ἀδυνατεῖς νὰ τὸν κρίνης. εἶναι τόσο καλός. ἀλλὰ μόνο αὐτό. μόνο καλός. θέλει καὶ κάτι ἄλλο γιὰ νὰ γίνη ἄνθρωπος. θέλει εὐθύνη. κι αὐτὸ εἶναι φροῦτο δύσκολο ποὺ φυτρώνει μόνο στὸν κοινὸ βίο τῆς πολιτικῆς ζωῆς.
Αὐτὰ καὶ μένω.

16.8.13

αὐγάζειν.3

ἡ ἀλήθεια τῆς ὀμορφιᾶς φανερώνεται σὲ ὅλην της τὴν πληρότητα στὴν παρουσία τοῦ νεογέννητου παιδιοῦ.
ἡ ἀλήθεια του εἶναι ἡ ταπεινὴ ὀμορφιά του, κι ὀμορφιά του ἡ ταπεινὴ ἀλήθεια του.
στὴν παρουσία του δὲν ἔχει τόπο νὰ σταθῆ τὸ ψέμα.
γιατὶ τὸ ψέμα εἶναι πάντα ὑπερήφανο.

:::

the truth of beauty is being revealed, in her entirety, in the presence of a newborn child.
its truth is its humble beauty; and its beauty is its humble truth.
in its presence the lie cannot stand.
'cause, the lie is always proud.

25.6.13

αὐγάζειν.2.1

ἡ ταπεινὴ καρδιὰ ἀναγνωρίζει παντοῦ τὴν μοναδικότητα τῶν μορφῶν καὶ διασώζει τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ ὑποκειμένου της——αὐτὸς ὁ κόσμος εὐ-μορφίας εἶναι ὁ ἐφιάλτης τῆς ἐξουσίας τῶν γραφειοκρατῶν.
ἀντίθετα, ἡ ὑπερήφανη καρδιὰ βλέπει ἕναν κόσμο ὁμοιόμορφο: ἄμορφο κι ὑποταγμένο στὴν ἀκόρεστη ἐπιθυμία της· καὶ παράγει ἕνα ὑποκείμενο ἐξίσου ἄμορφο, λόγω ἀκριβῶς τοῦ ἀκόρεστου τῆς ἐπιθυμίας του——ἡ δικαίωση του ἀστικοῦ γραφειοκρατισμοῦ, τοῦ φιλελεύθερου ὁλοκληρωτισμοῦ.

::: 

the humble heart recognizes in everything the uniqueness of the forms and preserves her self's personality——this world of shapeliness is the nightmare of bureaucrats' power.
on the contrary, the proud soul sees a uniform world: shapeless and subjugated to her insatiable will; and, out of this insatiability of her will, she generates a self similarly formless——the justification of bourgeois' bureaucracy, of liberal totalitarianism.

15.6.13

αὐγάζειν.2

ἂν ἡ ἔκπληξη τῆς ὀμορφιᾶς προϋποθέτει τὴν ταπεινὴ καρδιά,
εἶναι κι ἡ ἴδια πού, μὲ τὴν σειρά της, ταπεινώνει τὴν καρδιά.

αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ κυριώτερος λόγος ποὺ ἡ ἐξουσία μισεῖ τὴν ὀμορφιά——ἡ ἐξουσία χρειάζεται ὑποτακτικοὺς καὶ δὲν ὑπάρχουν ἀσφαλέστεροι τέτοιοι ἀπὸ τὶς ὑπερήφανες ψυχές.

:::

if beauty's wonder presupposes a humble heart,
it is itself which, by its turn, humbles the heart.

this is the main reason that authority hates beauty——authority needs subjects and there are not more reliable such than the proud souls.

8.6.13

αὐγάζειν.1 [~ Mt.18:3-4]

ὀμορφιὰ εἶναι τ' ὄνομα ποὺ δίνουμε στὴν ἔκπληξη.
——αὐτὴν τὴν ἔκπληξη ποὺ εἰρηνεύει τὴν καρδιά μας καὶ στρώνει τὸν νοὺ σὰν δροσιὰ πρωϊνὴ πάνω της.
ἡ ἔκπληξη εἶναι ἁρετὴ τῆς ταπεινῆς καρδιᾶς.
——ἡ ταπεινὴ καρδιὰ δὲν γνωρίζει τὴν ἀνία.

ἡ ἀνία εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ ἀστοῦ· τοῦ ὑπερήφανου αὐτοαναφορικοῦ ἐγώ,
ποὺ ἀναζητᾶ ἀδιάκοπα κι ἀνέλπιδα τὴν πρωτοτυπία,
ποὺ ἐξανδραποδίζεται στὰ παζάρια τῶν νεωτερισμῶν,
ποὺ καταναλώνει ἀκόρεστα τὸν κάλλιστο κόσμο, προσπαθώντας νὰ διαιωνίση τὸ μέσα του σκοτάδι.
‡‡ ὅταν ἀπελπιστῆ ὁλωσδιόλου στὸ κυνήγι τῆς πρωτοτυπίας, καταφεύγει σὲ ἕνα εἰδωλικὸ πάγωμα τοῦ σκοταδιοῦ του, στὴν πετρωμένη μνημειακότητα τῆς κόλασής του. (αὐτὸ τὸ τελικὸ στάδιο τοῦ ἀστισμοῦ εἶναι ὁ φασισμός, ἡ (ἀντι)πολιτικὴ ἐκδοχὴ τοῦ σατανισμοῦ.)

:::

beauty is the name we give to wonder.
——this wonder that soothes the heart and dews the mind over her.
wonder is a quality of a humble heart.
——the humble heart does not know the boredom.

boredom is the condition of the bourgeois; of the proud and arbitrary self,
which ceaselessly and hopelessly looks for fancy,
which is being debased in the markets of novelties,
which is consuming insatiably the most beautiful world, struggling to perpetuate its inmost darkness.
‡‡ when it will come in entire despair, in its quest for fancy, it resorts into an idolatrous establishment of its darkness, into the petrified monumentality of its hell. (this final stage of bourgeoisie is fascism, the (anti)political version of satanism.)

27.5.13

θαλασσινά

τὸ παράδειγμα τῆς πεταλίδας·

βυζαίνει τὸν βράχο καὶ δέρνεται ἀέναα ἀπὸ τὸ κύμα.
τρέφεται ἀπὸ τὸ κύμα, τὸ κάνει ὅχημα νὰ μεταναστεύση παραπέρα.
δὲν τὸ παλεύει μόνον μὲ τὴν ἀντίσταση, τὸ οἰκειοποιεῖται, διαλέγεται μαζί του.
πατρίδα της ὁ βράχος, ἱστορία της τὸ κύμα.

καλύτερα ὁ ναυτίλος· 

ὅλος πελαγωμένος στὸ ἄπειρο κι ἁψὺ νερό, πάντα περιούσιος στὴν φορητὴ σπηλιά του.

...ἀλλ᾽ ἀβάκην τὰν φρέν᾽ ἔχω.

:::

barnacle's paradigm;

she is sucking the rock and beaten endlessly by the surge.
she is fed by the flood, and make it her carrier to migrate further.
she doesn't only resists to it; she takes it over, she conversates with it.
the rock is her home; the flood is her history.

nautilus' one, the better;

his whole existence into the boundless and tart water; always proper in his portable cave.

...though my mind remains silent. [Sappho]

1.5.13

ἄπειρον.2

μιὰ ἀκτὴ ὅσο φτάνει τὸ μάτι, γεμάτη ἀναρίθμητα βότσαλα ποικίλων σχημάτων καὶ μεγεθῶν. ὅλα ἔργο τῆς θάλασσας ποὺ ἀδιάκοπα τὰ κυματίζει.
ὅσα βρέχονται ἀπὸ αὐτὴν λαμπυρίζουν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. σπαρταροῦν χρώματα κι ὀμορφιὰ ἰδιαίτερη τὸ καθένα.
ὅσα μένουν στεγνά, μένουν σκοτεινὰ κι ἄσχημα στὴν μοιομορφία τους. ἀμέτοχα στὴν χαρὰ τοῦ ἡλιακοῦ φωτός, πυρακτωμένα ἀπὸ τὶς ἀκτίνες του.

:::

a sea-shore till the end of the eye, full of countless pebbles of various shapes and sizes. all are the work of the sea which endlessly waves them.
these that are being watered by her, shine the light of the sun. they glitter colors and unique beauty each one of them.
these that remain dry, remain dark and ugly in their deforming sameness. separated from the joy of the sun; burned by his glare.

27.4.13

ἄπειρον.1

τὸ ἔργο δείχνει τὸν ποιητή του· 
εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξας του,
πά' νὰ πῆ, τῆς φύσης του.
ὁ Λόγος ἔφτιασε ἕναν κόσμο λογικό.
ἡ λογικότητα τοῦ κόσμου φαίνεται στὸ ὅτι κανένα εἶδος μέσα σὲ αὐτὸν δὲν ἔχει ὅμοια μέλη. κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ δίδυμα ὑποκείμενα σὲ κάτι μεγάλο διαφέρουν: στὴν προσωπική τους ὕπαρξη.
γιατί ἡ διαφορετικότητα εἶναι λογική;
γιατὶ καλεῖ σὲ συνάντηση. ἀπαιτεῖ τὴν συνάντηση.
αὐτὸ ποὺ λέμε, χωρὶς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνουμε, ἀγάπη.
αὐτὸ ποὺ ὅλοι μας γνωρίζουμε σὰν ἀπορία τῆς ἐλευθερίας.
ὅποιος μάχεται τὴν διαφορετικότητα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δίνει ἕναν ἀγώνα ἀτελέσφορο καὶ μάταιο, μάχεται τὴν ἴδια του τὴν φυσικὴ δυνατότητα νὰ ὑπάρχη——διάλεξε μόνος του τὴν κόλαση: νὰ μισῆ τὸν ἑαυτὸ του χωρὶς ποτὲ νὰ μπορῆ νὰ τὸν ἀποτελειώση.
ἕνα κλαράκι θυμάρι εἶναι ἀπείρως σοφότερο ἀπὸ ἕνα τέτοιο κακομοιριασμένο πλάσμα.

:::

the work shows the creator;
it is the light of his glory,
that is, of his nature.
the Logos made a logical world. 
the logicality of the world is being shown in that there is not any genus in him with facsimile members. even the twin beings are different in something great: in their personal existence.
why is the difference logical?
because it calls to meeting. it calls for meeting.
what we call, even without awareness, love.
what we all experience as the bewilderedness of freedom.
whoever fights the difference, apart from taking on a futile challenge, is fighting his own natural chance to be——he has chosen the hell: to hate himself without ever be able to take him out.
a twig of thyme is much wiser than such a wretched creature.

1.4.13

περὶ ὀρέων.3 [on Rom.1:12]

τὸ φορτίο τῆς κοινῆς ἐλευθερίας εἶναι παρηγοριά.
κι ὅποιος παρηγορεῖ θὰ παρηγορηθῆ:
ὅ,τι σπαρθῆ στὴν ἀτιμία θὰ ἐγερθῆ στὴν δόξα.
——ὅταν τὰ μαῦρα νερὰ θἄχουν κατακλύσει τὸν κόσμο,
τὸ βουνὸ θὰ στέκη πάνωθέ τους
καὶ στὴν κορφή του ὅσοι σήκωσαν τὸ φορτίο του.

:::

the burden of the common freedom is comfort.
and whoever comforts will be comforted:
what will be sown in disgrace it will be raised in glory.
——when the dark waters will have deluged the world,
the mountain will stand over them
and at its summit all they who bore its burden.

29.3.13

τἀναντία φίλα

ἡ κρύα ἁρμύρα τὴν νύχτα:
τόσο δυσκολοϋπόφερτη στὸ κορμί
τόσο ἐραστὴ στὸ πνεῦμα.
ἡ βοὴ τῆς θάλασσας πίσω ἀπὸ τὸ πυκνὸ σκοτάδι:
τόσο βασανιστικὰ ψυχρὴ στὸ δέρμα
τόσο δεσμευτικὴ στὴν καρδιά.

ὅ,τι πιὸ μακρινὸ ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ταμιευτῶν
καὶ τῶν δουλοπαροίκων.
——ἀπονηχόμενος

:::

the chilly saltiness in the night:
so unbearable for the body
so lovely for the spirit.
the roar of the sea behind the thick darkness:
so harrowingly icy for the skin
so binding for the heart.

the most afar from the world of treasurers
and serfs.
——swimming away

28.2.13

ferry tail

ἡ βάρκα τοῦ ψυχοπομποῦ δὲν ἀφήνει ἀπόνερα

:::

Charon's boat does not have a wake