ὁ "θάνατος τοῦ Θεοῦ" ἀφήνει τὸν θάνατο σὰν μοναδικὴ αὐθεντικὴ πραγματικότητα· σὰν τὴν πραγματικότητα ποὺ κάνει πραγματικὴ κάθε ἄλλη πραγματικότητα.
ὅμως, στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία ὁ θάνατος δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο σὰν ἄρνηση, ἀναίρεση, τῆς ζωῆς. δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχη τὴν ἐμπειρία τοῦ θανάτου ὄντας ὁ ἴδιος "μέσα" του. μόνο "ἀπὸ ἔξω" τὸν διαπιστώνει.
ἀνάγοντάς τον, λοιπόν, ἡ ἀνθρώπινη φαντασία στὴν θέση τῆς μοναδικῆς αὐθεντικῆς πραγματικότητας, ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο χωρὶς αὐθεντικὴ δυνατότητα καμμιᾶς αὐθεντικῆς ἐμπειρίας. ὁ ἄνθρωπος στὴν κίνηση τῆς φαντασιακῆς του χειραφέτησης ἀπομένει ἀποστερημμένος κάθε πραγματικότητας: ἕνα φανταστικὸ ψάρι ποὺ κολυμπᾶ βωβὸ σὲ ἕναν ἀχανὴ φανταστικὸ ὠκεανό.


the "death of God" leaves death as the sole authentic reality; as the reality that makes real every other reality.
however, for man's experience, death exists only as a denial, a deletion, of life. it is impossible for the man to have the experience of death being "within" death. he can confirm it only "outwardly". 
so, as man's imagination concludes it at the position of the sole authentic reality, leaves man without authentic ability for any authentic experience. man, in the undertaking of his fanciful emancipation, remains deprived of every reality: a fictitious fish that floats mute into an endless fictional ocean.